Μαύρο κύμα

Μαύρο κύμα

Δήμητρα Παναγιωτοπούλου, Sha la la. Νουβέλα, Loggia, Αθήνα 2024, 60 σελ.

Ο Χ.Π. επιστρέφει με το τρένο στην πατρίδα του, την Κομοτηνή. Είναι μια ομιχλώδης πόλη που δεν παραπέμπει πουθενά – και στην πόλη αυτή, που είναι η γενέθλιά του, περιφέρεται, παίρνοντας μαζί την παραξενιά του και τις παράξενες σημειώσεις του, σήματα ενδιαφερόντων ερεθισμάτων από άλλες δεκαετίες κι άλλες κουλτούρες. Μια πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας, η Δήμητρα Παναγιωτοπούλου, που έχει πολλά να πει. [ΤΒJ]

Η πρωτοεμφανιζόμενη στη λογοτεχνία Δήμητρα Παναγιωτοπούλου είναι φιλόλογος και μητέρα δύο παιδιών. Υπηρετεί στη Μέση Εκπαίδευση στο Σουφλί και διαθέτει Μάστερ στη δημιουργική γραφή. Κατάγεται από την Ξυλαγανή της Ροδόπης, που απέχει 17 χιλιόμετρα από την Κομοτηνή. Στην Κομοτηνή διέμενε όταν φοιτούσε στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση Ξυλαγανής, μέχρι να φύγει για τις σπουδές της στην Αθήνα. Έχει σημασία αυτό, γιατί εκεί διαδραματίζεται η νουβέλα της, ο δε ήρωάς της ο Χάρης, ή Χ.Π. όπως αναφέρεται στο βιβλίο, είναι περίπου συνομήλικός της. Έχει κι αυτός φύγει από την Κομοτηνή τη δεκαετία του 1980, και επιστρέφει εκεί κατά τη δεκαετία του 2020.

Η  Κομοτηνή λοιπόν αποτέλεσε το σκηνικό της αφήγησης. Ο ήρωας, ένας μάλλον περιθωριακής ένταξης μεσήλικος άντρας, επιστρέφει με το λεωφορείο για λίγες μέρες για να πουλήσει το πατρικό – και η επιστροφή του γίνεται αφορμή για μια περιπλάνηση στο δικό του παρελθόν. Η πόλη που βρίσκει συμπλέκεται με την πόλη που άφησε. Σ’ αυτή την ομιχλώδη φανταστική πόλη, περιφέρεται ο ίδιος σαν σε όνειρο, αναζητώντας κάτι παραπάνω από διευθύνσεις και ονόματα, κάτι μπερδεμένο, όπως ο ίδιος του ο εαυτός.

«Το παρελθόν δεν είναι ποτέ νεκρό. Δεν είναι καν παρελθόν» έχει πει ο Φώκνερ, «το παρελθόν πρέπει να εφευρίσκεται όποτε το παρόν πεθαίνει στα χέρια μας», δηλώνει ο Κάρλος Φουέντες. Σ’ αυτούς τους δύο άξονες κινείται η μνήμη του Χάρη και λειτουργεί όχι τόσο σαν μηχανισμός υπέρβασης του τραύματος, όσο σαν ανάχωμα στις εξωτερικές επιθέσεις και, κατά κάποιον υποτυπώδη τρόπο, εγγυήτρια δύναμη της προσωπικής του ταυτότητας.

Καθώς ο ήρωας περιπλανιέται στους δρόμους, μονολογεί, συνομιλεί με ανθρώπους που συναντά, γίνεται αντικείμενο χλεύης και θέμα συζήτησης, χωρίς να λείπουν τα χιουμοριστικά επεισόδια. Μοιάζει ανυπεράσπιστος και συνειδησιακά συγχυσμένος, μερικές φορές αντιμετωπίζει λιποθυμικές κρίσεις. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, μακροπερίοδη, ασθματική. Παρεμβάλλονται τα σχόλια, οι διάλογοι ή ο εσωτερικός μονόλογος του Χάρη σε πρώτο πρόσωπο. Παράγραφοι δεν υπάρχουν. Σ’ αυτή τη θολή πραγματικότητα, που μας κάνει να αναρωτιόμαστε μήπως η περιπλάνηση του ήρωα συμβαίνει αποκλειστικά σε όνειρο, η Παναγιωτοπούλου παραθέτει αγκύλες, όπως [Ε.Π., 1960-, Καφετζής], [Βαβέλ, τ.χ. 26, 1986], τραίνο [53, IC], που μας δίνουν πληροφορίες για τα πρόσωπα, τα πράγματα, ή την εικονική προέλευση των σκηνών που παρακολουθούμε, και λειτουργούν ως νησίδες ρεαλισμού ή σημειώσεις σε κινηματογραφικό σενάριο. Το χάσμα ανάμεσα σ΄ αυτό που θυμάται ο Χάρης από την Κομοτηνή και σ’ αυτό που βρίσκει, προκαλεί γέλιο:

Ένα υποβρύχιο με άρωμα μαστίχα είπε στον σερβιτόρο ενός καφενείου [Α.Φ. 1995-, Απόφοιτος ΕΠΑΛ], που στην ταμπέλα του έγραφε Γιαρμάς κι αυτή η λέξη του ’φερε μια σύγχυση, γιατί δεν ήξερε αν σημαίνει ξερό χορτάρι πατημένο στην αλάνα ή μαραφέτι που φουσκώνει τζούφιες μπάλες και Άντε ρε τσόγλανε! έλεγε μέσα του σύρε τα πόδια σου επιτέλους! αλλά Ένα υποβρύχιο με άρωμα μαστίχα ζήτησε φωναχτά. Δεν το νομίζω, κύριε του έκανε ο πιτσιρικάς, που είχε τρυπημένο φρύδι και κοίταξε βαριεστημένα τον κατάλογο δεν έχουμε τέτοιο γλυκό.[…]

 

Μικρά καθημερινά πράγματα

Η απόφαση της Παναγιωτοπούλου να τοποθετήσει το μεγαλύτερο μέρος της δράσης –αυτά που ακούμε αλλά και βλέπουμε– σε δημόσιους χώρους, και μάλιστα εξωτερικούς ως επί το πλείστον, αποφεύγοντας να μείνει πολύ π.χ. στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του Χάρη, όπου ακόμη κι εκεί αφήνει το παράθυρό του ορθάνοιχτο, εμποτίζει την αίσθηση της μοναξιάς του ήρωα με μια εξίσου ισχυρή και συνεχή αίσθηση της ύπαρξής του στον κόσμο. Έτσι, αν και το βιβλίο εκτυλίσσεται στον πολύ ιδιωτικό χώρο μιας ατομικής συνείδησης που βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση, αντιλαμβάνεται την ίδια τη ζωή σχεδόν αποκλειστικά με όρους δημόσιου και κοινωνικού χώρου. Η απόστασή μας από τους χαρακτήρες και τα λεγόμενά τους μετατρέπει το πεπρωμένο τους σε αφηρημένο γρίφο, που πρέπει να το διαισθανθούμε ή να το επινοήσουμε. Το Sha la la  διανθίζεται με σκηνές όπου ο Χάρης συνομιλεί με αγνώστους, κι εμείς τους βλέπουμε από κάποια απόσταση, αλλά ο ήχος του διαλόγου τους παραμένει πάντοτε σε πρώτο πλάνο, και μας φέρνει στον νου τα μπαλονάκια σε μακρόσυρτα καρέ από κόμικς.

Από την επιστροφή στην Κομοτηνή, δεν λείπουν οι αναφορές της Παναγιωτοπούλου στον σύγχρονό της συγγραφέα Μισέλ Φάις, που κατάγεται επίσης από τη «λασπούπολη». Ο Χάρης συνδέεται με νήματα με τον «Σαλό για Μοναξιά» «Μαυρόγυπα» του Φάις (βλ. Aegupius monachus) αλλά και με τον «Γιωργή» του πολύ παλαιότερου επίσης θρακιώτη συγγραφέα, Γεωργίου Βιζυηνού. Παραθέτω ενδεικτικά ένα απόσπασμα:

Θυμήθηκε ότι, ενώ ο ίδιος περπατούσε, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σ’ εκείνο το κορίτσι, θα ’ταν δεν θα ’ταν δεκαπέντε, που μες στο γαϊδουρόκρυο, με μια πλεχτή ζακέτα, καθόταν χάμω στα λασπόνερα, χωρίς να νοιάζεται αν κρυώνει, παρόλο που το μούτρο της ήταν μελανιασμένο. Είχε όμως όμορφο χαμόγελο με άσπρα δόντια και ήθελε να της το πει πως έμοιαζε με σκιουράκι, αλλά φοβόταν μήπως τον παρεξηγήσει μ’ όλους εκείνους τους περίεργους στο πάρκο που έστηναν αυτί και παραφύλαγαν πίσω από τα δέντρα τα ζευγάρια. […]. Εδώ έχουμε την εντύπωση ότι ένας ανδρικός χαρακτήρας επηρεασμένος από «Το Μόνον της Ζωής του Ταξείδιον» του Βιζυηνού, με μη στερεοτυπικά ανδρική νεοελληνική συμπεριφορά δηλαδή, συναντάει στο πάρκο τη «Μελανιασμένη» του Φάις (βλ. Αυτοβιογραφία ενός Βιβλίου).

Η Ιστορία και η πολυπολιτισμικότητα της Κομοτηνής δεν φαίνεται να είναι στο στόχαστρο της Παναγιωτοπούλου, παρά μόνο ολίγον και πλάγια, όταν ονομάζει μνημεία της πόλης (π.χ. Γενί Τζαμί) ή αναφέρεται σε κάποιες μαυροφορεμένες μουσουλμάνες, όπως στο επεισόδιο του νοσοκομείου που ακολουθεί:

[…]Αλλά θυμάμαι ότι σκόνταψα σ’ ένα παγκάκι στον διάδρομο, δίπλα στον ψύκτη όπου ήταν ξαπλωμένη μια μαυροντυμένη γυναίκα, που κοιμόταν, κι όπως την άκουγα που ανάσαινε, αυτόν τον μαύρο μπόγο τον κουλουριασμένο πάνω στο παγκάκι, σκέφτηκα ότι ίσως ήταν μοναχή, ή μουσουλμάνα, αλλά ήταν σκοτεινά και δεν μπορούσα να διακρίνω με ακρίβεια, μόνο θυμάμαι ότι σκόνταψα επάνω της κι έσπρωξα άθελά μου παραπέρα ένα ζευγάρι μικροσκοπικά πασούμια.

Η Παναγιωτοπούλου ενδιαφέρεται περισσότερο για τις μικροϊστορίες της καθημερινής ζωής. Δεν μας λέει πολλά για τον ήρωά της, παρ’ όλο που τον παρακολουθούμε ασθμαίνοντας από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα της νουβέλας. Δεν ξέρουμε αν εργάζεται, αν έχει οικογένεια και πολλά άλλα. Αν η Παναγιωτοπούλου ήθελε να συμπάσχουμε με τις αυτοκαταστροφικές παρορμήσεις του, ίσως να μας είχε πει περισσότερα για τον άνθρωπο Χάρη. Ο τρόπος με τον οποίο όμως δίνει βαρύτητα στις πιο απλές καθημερινές στιγμές, κατά ένα μέρος συγχωνεύει την απόσταση που δημιουργεί ή άγνοιά μας για τη ζωή του, με την εγγύτητα, θυμίζοντάς μας συχνά ότι ο θάνατος μάς περιμένει όλους στη γωνία.

Πολλές φορές δίνει στους αναγνώστες της τη νύξη μιας σκηνής, όχι κάτι περισσότερο, για να τους κάνει να είναι ενεργητικοί και να δουλέψουν μαζί της, όπως όταν ο ήρωας πλησιάζει στο Ρολόι της πόλης και συνομιλεί με έναν ρακοσυλλέκτη. Αμέσως μετά τη σκηνή με τον ρακοσυλλέκτη, παρεμβάλλεται μια αγκύλη [ανεπίδοτο γράμμα, αποστολέας Χ.Π., Αθήνα 1994] από το οποίο παραθέτω την αρχή και το τέλος:

Λοιπόν, μητέρα, με πεθύμησες; Εγώ είμαι καλά. Σου γράφω ακούγοντας τον «λάκκο με τ’ αστεία» του Πανούση. Μ’ αρέσει που εδώ δεν με γνωρίζουν.

Κι έπειτα, προς το τέλος της επιστολής και μετά, είναι σαν να μας ανοίγει το γλωσσοκεντρικό λογοτεχνικό της εργαστήρι:

Εγώ όταν γράφω, υπάρχουν λέξεις που τις διώχνω, με άλλες το παρακάνω και άλλες είναι τρύπες που με ρίχνουν σε μπουντρούμια. Υπάρχουν κι άλλες λέξεις που στέκονται πίσω από την πλάτη και με κοροϊδεύουν. Αν ήμουν ζώο, μητέρα, δεν θα ’θελα να είμαι σκύλος. Παρ’ όλα αυτά θα ήθελα να γίνω συγγραφέας. ΥΓ. Στείλε μου το μπλοκάκι με τις σημειώσεις… [μπλοκάκι] πέτρες γυαλιστερές-μαντρότοιχος-πλατεία ΧΕΝ-τραμπάλες/η ακακία-γέρος με το μπαστούνι του-αφίσα με Στανίση/«εγώ είμαι ένας άλλος»-τα σκαλιά-η Δήμητρα/βιτρίνα στην Ερμού-ο Μπαρτ-φωτογραφία απ’ το πάρτι/

Θα ήθελε να γίνει συγγραφέας, μας λέει στο ανεπίδοτο γράμμα προς τη μητέρα του ο Χ.Π., με το Sha la la όμως γίνεται συγγραφέας –και μάλιστα στυλίστρια– η Δ.Π., ή αλλιώς η Δήμητρα Παναγιωτοπούλου. Στοιχεία της δεκαετίας του ’80 που αναφέρει είναι, μεταξύ άλλων, η Ρεβάνς του Νίκου Βεργίτση (1983), «Αντεργκράουντ με στρας», τραγούδι του 1982 του Παύλου Σιδηρόπουλου, το περιοδικό Βαβέλ (ίσως ο Χάρης να ξεπηδά από κει κάποιες φορές), το «Sha la la», τραγούδι του 1989, από το dark wave συγκρότημα South of Νo North, που σχηματίστηκε στην Αθήνα το 1983, και με το οποίο τελειώνει η αφήγηση.

Και θα κλείσω με κάτι πολύ προσωπικό που με συγκινεί: Μία πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας από τη Ρόδο (εγώ), παρουσιάζει μία πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα από την Κομοτηνή, και οι δυο μας παιδιά της ελληνικής παραμεθορίου. Επιπλέον, η Παναγιωτοπούλου με το Sha la la κι εγώ με το Μερκάντο, επιστρέψαμε στους τόπους καταγωγής μας, σε πολύ διαφορετικούς χρόνους και με διαφορετικούς τρόπους η καθεμία. Επανέρχομαι τώρα στο βιβλίο, στη σκηνή σε ένα  καφέ-μπαρ. Ο Χάρης προσπαθεί να κεράσει ένα ποτό σε μια φοιτήτρια που σπουδάζει στην Κομοτηνή, που όμως δεν δέχεται κέρασμα από άγνωστο γιατί τα ήθη έχουν αλλάξει. Ο Χάρης κάτι μονολογεί κλαίγοντας κι εκείνη πιάνει την κουβέντα μαζί του:

Δεν έχετε κανέναν συγγενή εδώ κοντά;

Σαββόπουλος, μαύρα πουλιά, το ’χεις ακούσει; Έχω μια συλλογή με μαύρες πεταλούδες απ’ τη Ρόδο.

 

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή