Έριχ Φριντ, Κόβοντας με τα δόντια το κεφάλι της ποίησης, μετάφραση από τα γερμανικά: Γιώργος Λίλλης, Άκης Παραφέλας. Ενύπνιο, Αθήνα 2024, 176 σελ.
Ήρθε η ώρα να γνωρίσει και το ελληνικό κοινό έναν σημαντικό γερμανόφωνο ποιητή, τον Αυστριακό Έριχ Φριντ (1921-1988), ο οποίος έως τώρα είχε ισχνότατη παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Υπήρξε γερμανόφωνος ποιητής εξ αποστάσεως, αφού έζησε τη ζωή του στην Αγγλία, όπου κατέφυγε το 1938 μετά τη δολοφονία του πατέρα του από τους ναζί. Συνδεδεμένος πάντα με την πολιτική, θεωρούσε τα ποιήματά του πολιτικά και ήταν γι’ αυτόν η αφορμή να συγκρούεται με ό,τι τον αποθάρρυνε και τον δυσαρεστούσε. Έγραφε με πάθος, πιστεύοντας ότι η λογοτεχνία αλλάζει τον κόσμο. [ΤΒJ]
To καταξιωμένο λεξικό συγγραφέων των εκδόσεων Metzler χαρακτηρίζει τον Έριχ Φριντ «έναν από τους πιο εμφανείς και στρατευμένους συγγραφείς της γερμανόφωνης μεταπολεμικής λογοτεχνίας.» Πράγματι, ο αυστριακός συγγραφέας που ως δεκαεπτάχρονος κατέφυγε, μετά την δολοφονία του εβραίου πατέρα του από τους ναζί, το 1938 στην Αγγλία, συγκαταλέγεται στους πλέον αναγνωσθέντες και βραβευμένους γερμανόφωνους ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου. Για κάποια χρόνια δημοσιογράφος στο γερμανικό πρόγραμμα του BBC, μεταφραστής μεταξύ άλλων του Έλιοτ, του Ντύλαν Τόμας και κυρίως του Σαίξπηρ, διατηρεί στενές σχέσεις με τους σύγχρονούς του γερμανόφωνους συγγραφείς, κι ας μένει πάντοτε στην Αγγλία. Διασυνδέσεις άλλωστε υπάρχουν και με τους παλαιότερους, αφού στα ποιήματά του συνομιλεί με τη γερμανόφωνη ποιητική παράδοση: τον Σβίτερς, τον Ρίλκε, τον Χαίλντερλιν, τον Τσελάν, τον Μπρεχτ. Ένας «γερμανός ποιητής» εξ αποστάσεως λοιπόν. Το επάγγελμα του ποιητή άλλωστε δηλώνει ο 17χρονος στην αίτηση ασύλου που υποβάλλει στις βρετανικές αρχές
Ας σταθούμε λίγο στο «στρατευμένος» για να αναρωτηθούμε αμέσως μετά τι μπορεί να σημαίνει ο χαρακτηρισμός «εμφανής».
Δεν υπάρχει μόνο ένας τύπος «πολιτικής ποίησης», δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος στράτευσης του λογοτέχνη καταλήγει ο Ντίτερ Λάμπιγκ, στη μελέτη του για τη σχέση λογοτεχνίας και πολιτικής στον γερμανόφωνο χώρο μετά το 1945. Στρατευμένος λογοτέχνης μπορεί να είναι αυτός που εμπλέκεται ενεργά στην πολιτική αναλαμβάνοντας πολιτικά αξιώματα, όπως ο Πάμπλο Νερούδα και ο Ραφαέλ Κάρντενας, ή παίρνοντας όπλα και συμμετέχοντας στη δράση, όπως ο λόρδος Βύρων στο πλευρό των Ελλήνων, ή οι τόσοι ευρωπαίοι λογοτέχνες που πολέμησαν ενάντια στον Φράνκο στον ισπανικό εμφύλιο. Συνήθως, όμως, λογοτέχνες και ποιητές επιλέγουν ως όπλο τη γραφή τους και προσπαθούν να συμβάλουν στο πολιτικό γίγνεσθαι και στον δημόσιο λόγο μέσω των κειμένων τους. Η πολιτική ποίηση λειτουργεί στην περίπτωση αυτή ως λογοτεχνικό σχόλιο και ως αντίδραση στην πολιτική επικαιρότητα. Ο Φριντ είναι κατεξοχήν πολιτικός ποιητής με αυτή την έννοια. Από πολύ νέος και ώς το τέλος της ζωής του αντιδρά με τα ποιήματά του στα πολιτικά δρώμενα της εποχής του, διεκδικώντας πάντοτε το δικαίωμα της κριτικής σκέψης και της ελεύθερης έκφρασης.
Είναι ενδεικτικοί οι τίτλοι των (πάνω από τριάντα) ποιητικών συλλογών που συνθέτουν έναν ποιητικό σχολιασμό της πολιτικής επικαιρότητας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Λόγου χάριν: Προειδοποιητικά ποιήματα (1964), Και Βιετνάμ και (1966), Η ελευθερία του να ανοίγεις το στόμα σου (1972), Άκου, Ισραήλ! (1974), Και να μη γίνεσαι κουφός και αναίσθητος (1984), Ενάντια στη λήθη (1987), Μην απωθείτε / μην εφησυχάζετε (1987).
O Φριντ είναι στρατευμένος ποιητής, αλλά όχι δέσμιος κάποιας ιδεολογίας ή κάποιου κόμματος, αποχωρεί πολύ νωρίς από το κομουνιστικό κόμμα και καυτηριάζει από πολύ νωρίς τα κακώς κείμενα: δημοσιεύει την ποιητική συλλογή Γερμανία (1944) και αμέσως μετά Αυστρία (1945), ενώ μετά τον πόλεμο σχολιάζει τις προσπάθειες αποσιώπησης του παρελθόντος.
Ένας ποιητής που συγκρούεται
Ο Φριντ στέκει κριτικά και απέναντι στη νεοσύστατη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Είναι ενδεικτικό ότι όταν του προσέφεραν θέση στο Πανεπιστήμιο του Χούμπολντ στο Βερολίνο, το 1949, δεν τη δέχτηκε προκειμένου, όπως εξήγησε, να διατηρήσει την ελευθερία της γνώμης του. Και πράγματι, εκφράζεται ελεύθερα: καταγγέλλει την πολιτική της Δύσης στο Βιετνάμ, τον σιωνισμό και τη μεταχείριση των Παλαιστινίων από το κράτος του Ισραήλ. Ακούραστος, βάζει σε πρώτη μοίρα τον άνθρωπο, καταγγέλλει την αδικία και ασκεί κριτική σε απάνθρωπες τακτικές όπου κι αν εμφανίζονται αυτές, ενώ ταυτόχρονα καυτηριάζει ιδεολογικές αγκυλώσεις. Με άλλα λόγια, φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν και γίνεται ενοχλητικός. Στο ποίημα «Επερώτηση» (Die Anfrage), συσχετίζει τις ποινές στις οποίες καταδικάζονται οι τρομοκράτες με τις ποινές στις οποίες καταδικάστηκαν οι ναζί:
Όμως, επερώτηση στη δικαιοσύνη, σχετικά με τη διάρκεια των ποινών: Πόσες χιλιάδες Εβραίους / πρέπει να έχει δολοφονήσει ένας Ναζί / για να καταδικαστεί σήμερα / σε τόσο μακρά ποινή φυλάκισης;
Όταν βρίσκεται η Ουλρίκε Μάινχοφ νεκρή στο κελί της ο Φριντ την παραλληλίζει με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και ξεσπά σάλος: «Ταραξία ποιητή» [«Stören-Fried»] τον αποκαλεί ο συντηρητικός τύπος, «νεύρωση καταδίωξης» χαρακτηρίζει την ποίησή του ο αρχισυντάκτης της Zeit, «ποιητή των δολοφόνων» τον εξυβρίζει η Frankfurter Allgemeine Zeitung, τα ποιήματά του αποσύρονται από την σχολική ύλη στη Βαυαρία. Αλλά και από τα αριστερά δέχεται βολές, καθώς με κάθε ευκαιρία κατακρίνει το δογματισμό και την αδιαλλαξία των πάλαι ποτέ συντρόφων του.
Πυκνώνουν όμως και οι έπαινοι, και στον Φριντ απονέμεται σειρά βραβείων λογοτεχνίας, τόσο από την Αυστρία όσο και από τη Γερμανία, ενώ συχνά τονίζεται το ήθος του. Στο καταξιωμένο κριτικό λεξικό λογοτεχνών KLG – Kritisches Lexikon zur deutschsprachigen Gegenwartsliteratur στο λήμμα για τον Φριντ γράφει ο Κέστιγκ:
Ο ποιητής Έριχ Φριντ δεν είναι απλώς κάτι πολύ σπάνιο μεταξύ ανθρώπων, ένας καλός ποιητής, αλλά και κάτι ακόμα πιο σπάνιο μεταξύ ποιητών: ένας καλός άνθρωπος.
Η επιτροπή που του απένειμε το 1987 το πολύ σημαντικό στα γερμανικά πράγματα βραβείο Γκέοργκ Μπύχνερ διατυπώνει ως εξής το σκεπτικό της: «Τιμoύμε τον από κάθε άποψη τολμηρό συγγραφέα, που ακούραστος γράφει ενάντια στα πανταχού παρόντα κακώς κείμενα του κόσμου που ζούμε και που συναρτά κατά τρόπο άρρηκτο λόγο και αντικείμενο, γλώσσα και πράξη». Η επιτροπή αναφέρεται ειδικότερα στη χρήση της γλώσσας από τον Φριντ και εξηγεί: «Ο Φριντ, με το ποιητικό και μεταφραστικό του έργο απαλλάσσει τη γερμανική γλώσσα από συσκοτίσεις και φλυαρία και την οδηγεί σε μια στοχευμένη διαύγεια».
Για να κατανοήσει κανείς την έκφραση «απαλλάσσει τη γερμανική γλώσσα από συσκοτίσεις» θα πρέπει να την εντάξει στα συμφραζόμενα του έντονου προβληματισμού γύρω από τη γλώσσα στη Γερμανία και την Αυστρία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η περίοδος του ναζιστικού καθεστώτος είχε καίριο αντίκτυπο στη γλώσσα, καθώς ένα από τα βασικά όπλα του εθνικοσοσιαλισμού ήταν η χρήση της γλώσσας ως μέσου χειραγώγησης. Η εφαρμογή επί μία δωδεκαετία γλωσσικών μηχανισμών ωραιοποίησης και απόκρυψης, καθώς και η επιβολή συγκεκριμένου λεξιλογίου, είχαν αποτέλεσμα ουδέτεροι όροι της καθομιλουμένης να στιγματιστούν και να αποκτήσουν μια δυσοίωνη και απειλητική χροιά. Σημαντικοί συγγραφείς της μεταπολεμικής Γερμανίας εφιστούν την προσοχή σε αυτή τη δυσκολία και ασκούν μια συχνά ακραία γλωσσική κριτική, καθώς αντιλαμβάνονται τη γερμανική γλώσσα ως μολυσμένη από τη χρήση της κατά τη διάρκεια του εθνικοσοσιαλισμού. Είναι χαρακτηριστική η παρομοίωση που χρησιμοποιεί ο φιλόλογος Βίκτορ Κλέμπερερ στον πρόλογο της μελέτης του για τη γλώσσα του Γ' Ράιχ LTI. Lingua Tertii Imperii:
Οι ορθόδοξοι εβραίοι, προκειμένου να εξαγνίσουν ένα σκεύος που έχει έρθει σε επαφή με κάτι μιαρό, το θάβουν στο χώμα. Πολλές λέξεις της ναζιστικής γλώσσας θα έπρεπε για πολύ μεγάλο διάστημα, ορισμένες μάλιστα για πάντα, να τις θάψουμε σε ομαδικό τάφο.
Στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από αυτή τη γλωσσική απορία, αλλά και να αποστασιοποιηθούν από τη ναζιστική χρήση της γερμανικής γλώσσας, οι συγγραφείς της ομάδας του 47, όπως ο Χάινριχ Μπελ, ο Γκύντερ Γκρας ή η Ίγκεμποργκ Μπάχμαν και η Ίλσε Άιχιγκερ αναπτύσσουν διαφορετικές τεχνικές, που όλες τους αποσκοπούν στη γλωσσική εγρήγορση: το κοινό αίτημα είναι η συνειδητή χρήση της γλώσσας, η αμφισβήτηση του δεδομένου, του οικείου. Ο Φριντ συμμετέχει με το έργο του σε αυτή την προσπάθεια ανάκτησης της γερμανικής γλώσσας και ο τρόπος του είναι η ακριβής χρήση της καθομιλουμένης, ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί γλωσσικά τεχνάσματα, που εφιστούν την προσοχή στο γλωσσικό επίπεδο, λειτουργούν δηλαδή αυτοαναφορικά, προσκαλώντας το κοινό του να αναστοχαστεί πάνω στη χρήση της γλώσσας. Έναν ιδιαίτερο ρόλο παίζει εδώ το χιούμορ: ο Φριντ μελέτησε την αγγλική παράδοση του λογοπαίγνιου αλλά και των γλωσσικών ακροβατισμών της ποίησης λίμερικ και υιοθέτησε αρκετές από τις τεχνικές αυτές στη δική του γραφή. Χαρακτηριστικό της γραφής του είναι αυτό που αποκαλεί «σοβαρό γλωσσοπαίγνιο», μέσω του οποίου ο συγγραφέας αποκαλύπτει την υποκρισία και στρατηγικές χειραγώγησης στο λόγο της εξουσίας:
Status Quo
Όποιος θέλει
ο κόσμος
να παραμείνει
όπως είναι
δεν θέλει
ν’ απομείνει τίποτα
από τον κόσμο.
Ταυτόχρονα, η ευφάνταστη και εφευρετική χρήση της γλώσσας λειτουργεί στα ποιήματά του συχνά κωμικά, καθώς ενσωματώνει και στα πιο σοβαρά και σκοτεινά ως προς τη θεματική ποιήματα γλωσσικά ξαφνιάσματα που προκαλούν γέλιο. Πρόκειται βέβαια για ένα γέλιο που δεν είναι ξέγνοιαστο, ενώ συχνά έχει μια πένθιμη χροιά – στα γερμανικά αποκαλείται «Galgenhumor», το χιούμορ της κρεμάλας. Αυτή είναι και η κατεξοχήν μεταφραστική πρόκληση στην ποίηση του Φριντ – μια πρόκληση που οι μεταφραστές του συγκεκριμένου τόμου ενίοτε πολύ σοφά απέφυγαν, μη περιλαμβάνοντας αντίστοιχα ποιήματα στη συλλογή, σε αρκετές περιπτώσεις όμως το αποτόλμησαν και αναμετρήθηκαν μαζί της με επιτυχία (εξαιρετικό παράδειγμα οι αποδόσεις από τον Άκη Παραφέλα των δύο ποιημάτων «Ποντικοφάγες γάτες» και «Γατοφάγοι ποντικοί»).
Πολιτική είναι η ποίηση
Πολιτική είναι η ποίηση –το δείχνει ο Φριντ– με πολλούς τρόπους. Πολιτική ποίηση μπορεί να είναι και αυτή που καυτηριάζει τρόπους αντίληψης και νοοτροπίες, χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένα συμβάντα. Αρκετά από τα ποιήματα του Φριντ λειτουργούν με τον τρόπο αυτό, όπως λ.χ. η «Καλυμμένη εικόνα»!
Αγαπούν την ελευθερία
όπως
αγαπούν
τις γυναίκες τους
στο σκοτάδι
Αγγίζουν δισταχτικά
και δεν τολμούν
να στρέψουν
το βλέμμα
προς τ’ ανοιχτά τους πόδια
Πολιτικός είναι άλλωστε, μας θυμίζει ο Φριντ, και ο αναστοχασμός πάνω στο ρόλο της ποίησης. Χαρακτηριστικό το «Τρεις ερωτήσεις συγχρόνως»:
Επιτρέπεται ένα ποίημα
σ’ έναν κόσμο που
βυθίζεται στη συντριβή του
να είναι ακόμα απλό;
Επιτρέπεται ένα ποίημα
σ’ έναν κόσμο που
μάλλον στη συντριβή του
βυθίζεται
να είναι κάτι άλλο από απλό;
Επιτρέπεται ένας κόσμος που
βυθίζεται μάλλον
στη συντριβή του
να θέτει προδιαγραφές
σε ένα ποίημα;
Πέρα από τα δεδηλωμένα πολιτικά ποιήματα ο Φριντ γράφει για τη φύση, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για την ποίηση και, σε όλη τη ζωή του, ερωτικά ποιήματα. Αναιρεί τα στεγανά μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, συνδυάζει σε πολλά ποιήματα το προσωπικό με το δημόσιο, τα συναισθήματα με πολιτικές πεποιθήσεις, και είναι αυτό το μείγμα που καθιστά τα ποιήματα αφοπλιστικά. Νομίζεις ότι διαβάζεις ένα ερωτικό ποίημα και ξαφνικά κάνει την εμφάνισή της η ακίδα του πολιτικού:
Τι είναι ζωή;
Ζωή
είναι η ζεστασιά
του νερού στο μπάνιο μου
Ζωή
είναι το στόμα μου
μπρος στ’ ανοιχτά σου πόδια
Ζωή
είναι η αγανάκτηση
για το άδικο στις χώρες μας
Η ζεστασιά του νερού
δεν φτάνει
πρέπει να γίνω και μούσκεμα
Το στόμα μου στ’ ανοιχτά σου πόδια
δεν φτάνει
πρέπει να αρχίσω τα φιλιά
Η αγανάκτηση για το άδικο
δεν φτάνει
πρέπει να το καταλάβουμε καλά
και πρέπει κάτι
να κάνουμε γι’ αυτό.
Αυτό είναι ζωή.
Ο Φριντ στα ελληνικά
Ο τόμος Έριχ Φριντ, Κόβοντας με τα δόντια το κεφάλι της ποίησης, σε μετάφραση Γιώργου Λίλλη και Άκη Παραφέλα, στις εκδόσεις Ενύπνιο, έρχεται να συμπληρώσει την έως τώρα ισχνότατη παρουσία του Φριντ στα ελληνικά γράμματα. Ελληνικές μεταφράσεις των ποιημάτων του περιλαμβάνονται μεν σε διάφορες ανθολογίες και περιοδικά, αλλά η μόνη αυτόνομη ποιητική συλλογή ήταν το Φωνές χωρίς πατρίδα σε μετάφραση του Δημοσθένη Κούρτοβικ στις εκδόσεις Κάλβος το 1981. Ο πρόσφατος τόμος, που φέρει τίτλο ένα στίχο του Φριντ, περιλαμβάνει πάνω από ογδόντα ποιήματα από διάφορες συλλογές και ως εκ τούτου δίνει μια καλή εικόνα των διαφορετικών όψεων της ποιητικής παραγωγής του αυστριακού ποιητή.
Οι μεταφράσεις του Άκη Παραφέλα και του Γιώργου Λίλλη είναι ακριβείς και προσεκτικές, αποκαλύπτουν αναγνώστες ευαίσθητους, με σεβασμό για το κείμενο και επιτήδειους μάστορες της ελληνικής – είναι άλλωστε ποιητές και οι δύο.
Τα ποιήματα πλαισιώνονται από μια εισαγωγή του Παραφέλα, ένα επίμετρο-δοκίμιο του Φριντ, ενώ τρία σκίτσα-πορτρέτα του ποιητή, φιλοτεχνημένα από τη Βίκυ Μπρούσαλη, ξεπηδούν ανάμεσα από τις σελίδες, θυμίζοντάς μας πάντοτε ότι υπάρχει ένα πρόσωπο πίσω από τη φωνή.
Ο Παραφέλας σκιαγραφεί στη χρήσιμη αλλά και γοητευτικά γραμμένη εισαγωγή του το πορτρέτο του «ποιητή-ταραξία», ενώ ταυτόχρονα τονίζει το χαρακτηριστικό για το ποιητικό ύφος του Φριντ μείγμα καταγγελίας, εγρήγορσης, διαρκούς αμφισβήτησης αλλά και «της ζεστασιάς μιας σφιχτής αγκαλιάς». Αφηγείται επίσης, επιστρατεύοντας την εικόνα του «flaneur», το μεταφραστικό και εκδοτικό εγχείρημα που οδήγησε στον τόμο αυτό: μας παρουσιάζει τον Φριντ ως πόλη, την οποία περιδιαβάζει ο αναγνώστης/μεταφραστής διαγράφοντας τυχαίες διαδρομές πεζή, χωρίς ξεκάθαρο στόχο και χρησιμότητα, που τον οδηγούν σε άξαφνες ανακαλύψεις και απρόσμενες οπτικές γωνίες. Σε μια τέτοια συναρπαστική περιδιάβαση προσκαλεί ο τόμος αυτός και το ελληνικό αναγνωστικό κοινό.
Το δοκίμιο του Φριντ στο τέλος του τόμου, μεταφρασμένο άρτια από την Φωτεινή Πατεινάρη, αναλογίζεται το ρόλο της λογοτεχνίας. Ο Φριντ εκφράζει την αισιόδοξη άποψη πως η λογοτεχνία αλλάζει τον γράφοντα και το κοινό του, δύναται όμως να αλλάξει και τον κόσμο. Έχει συμπυκνώσει την πεποίθηση αυτή άλλωστε και σε ένα από τα ποιήματα ποιητικής του ως εξής:
Ίσως όμως
Τα μεγάλα μου λόγια
δεν θα με προστατεύσουν από τον θάνατο
όπως και τα μικρά μου λόγια δεν θα με προστατεύσουν από τον θάνατο
καμία λέξη
ούτε ακόμη και η σιωπή ανάμεσα
στα μεγάλα και τα μικρά μου λόγια
δεν θα με προστατεύσει από τον θάνατο
ίσως όμως
κάποια
από αυτά τα λόγια
και ίσως
ειδικά τα μικρότερα
ή ακόμα και μόνο η σιωπή
ανάμεσά τους
προστατέψουν μερικούς άλλους από τον θάνατο
όταν εγώ θα ’χω πεθάνει.
Προσθήκη νέου σχολίου