Η θεολογία και ο παρεμβατικός λόγος του Χρυσόστομου Σταμούλη (1964-2025)

Η θεολογία και ο παρεμβατικός λόγος του Χρυσόστομου Σταμούλη (1964-2025)

Η πρόσφατη εκδημία του Χρυσόστoμου Σταμούλη βρήκε πολλούς από εμάς απροετοίμαστους. Ήταν από κείνους τους ανθρώπους, η παρουσία των οποίων έμοιαζε δεδομένη, με ξεχωριστό στίγμα στα ελληνικά θεολογικά γράμματα αλλά και στα πολιτισμικά δρώμενα και τον δημόσιο διάλογο. Το αδόκητο της απώλειας καθιστά δύσκολο να μιλήσει κανείς γι’ αυτόν χωρίς να αισθανθεί την έλλειψη της ζωντανής συνομιλίας: της αντιπαράθεσης, της συμφωνίας ή της δημιουργικής διαφωνίας. Δεν υπήρξα μαθητής του∙ συνεπώς, ό,τι ακολουθεί είναι περισσότερο μια αναστοχαστική αποτίμηση της δημόσιας και θεολογικής του συμβολής. Ως Καθηγητής Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας στο Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αφήνει πίσω του έργο, με το οποίο καλούμαστε να αναμετρηθούμε.

Η διανοητική πορεία του Σταμούλη δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως έξω από το θεολογικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης. Χωρίς να μιλούμε για «σχολή» με την αυστηρή έννοια του όρου, είναι δόκιμη η αναφορά σε μια παράδοση που διαμορφώθηκε γύρω από το έργο του ακαδημαϊκού θεολόγου Νίκου Ματσούκα (1934–2006): ανοιχτότητα προς τη φιλοσοφία και τις τέχνες, συνομιλία με τη νεωτερικότητα, έμφαση στην πολιτισμική διάσταση της θεολογίας. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο Σταμούλης συνδύασε το σεβασμό στην ορθόδοξη παράδοση με την τόλμη για το άνοιγμα προς το καινούργιο και το διαφορετικό, μεταφέροντας το λόγο της δογματικής θεολογίας πέρα από τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα προς τον ευρύτερο δημόσιο και καλλιτεχνικό χώρο.

Ιδιαίτερο γνώρισμά του υπήρξε ο οργανικός διάλογος της θεολογίας με την τέχνη.

Καίρια συμβολή σ’ αυτή του την προσπάθεια υπήρξε το βιβλίο Κάλλος το άγιον. Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004.

Ένα δεύτερο σημείο που αξίζει να αναδειχθεί από το στοχασμό του Σταμούλη είναι η σύνδεση αισθητικής και θεολογίας της ενσάρκωσης.

Στον δημόσιο λόγο του, ο Σταμούλης παρενέβη κριτικά απέναντι σε φαινόμενα φονταμενταλισμού και εθνοφυλετισμού. Η βασική θέση του ήταν ότι η χριστιανική παράδοση δεν ταυτίζεται με μηχανισμούς ιδεολογικής καθαρότητας. Η θεολογία μπορεί να είναι σαφής χωρίς να είναι αποκλειστική· να υπερασπίζεται την αλήθεια της χωρίς να προσβάλλει την ετερότητα. Η στάση αυτή είναι απαιτητική, διότι αναγκάζει τον θεολογικό λόγο να διακρίνει ανάμεσα στην εκκλησιαστική ταυτότητα και στις πολιτισμικές ή τις πολιτικές συγχύσεις που συχνά την περιβάλλουν. Συναφώς, ο Σταμούλης επέμενε ότι η Εκκλησία έχει θέση στον δημόσιο χώρο, όχι όμως με όρους κατισχύσεως ή επιβολής.

Για όσους δεν υπήρξαμε μαθητές του, η μνήμη του Σταμούλη δεν είναι προσωπικό βίωμα αμφιθεάτρου ή σπουδαστηρίου, αλλά ένας τρόπος σκέψης που μας προσκάλεσε να στοχαστούμε πάνω στη δυνατότητα της διατύπωσης μιας ορθόδοξης αισθητικής, να σταθούμε απέναντι στον φονταμενταλισμό με παρρησία και να εκκλησιαστικοποιήσουμε –όχι όμως εκκλησιοκρατικά– τον δημόσιο χώρο. Το κενό της απουσίας του είναι αισθητό∙ αλλά ίσως συνιστά ταυτόχρονα και μια πρόκληση: να τιμήσουμε το έργο του όχι ως μια άκριτη υμνολογία αλλά ως σοβαρή ενασχόληση με τα θέματα που ο ίδιος καταπιάστηκε και ανέδειξε.

 Σημείωση: απόσπασμα νεκρολογίας για τον Χρυσόστομο Σταμούλη που, ολόκληρη, θα δημοσιευτεί στο τεύχος 168 του BooksJournal, που θα κυκλοφορήσει στις 15 Σεπτεμβρίου

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή