Οι φίλοι αλληλογραφούν[i] και διαφωνούν πια σε ένα βασικό ζήτημα: αν η δράση του υπεύθυνου ανθρώπου πρέπει να κατευθυνθεί στη δημιουργία μιας άλλης κοινωνικής κατάστασης. ή στη βελτίωση του εαυτού του Το δίλημμα του κομισάριου και του γιόγκι. Τρία γράμματα του Βαγγέλη, επί του θέματος, διασώζονται στα τέλη του 1957.
Πήρα το γράμμα σου
Οι δύο φίλοι, ο Βαγγέλης. από το Σινσινάτι της Αμερικής και, ο Γιώργος, που υπηρετεί τη θητεία του στην αεροπορία στην Ελλάδα συνεχίζουν την αλληλογραφία τους το πρώτο εξάμηνο του 1957. Σε δύο γράμματα μιλούν μεταξύ άλλων για λογοτεχνία και τα σχετικά ελληνικά περιοδικά, για τον Θεό, τον Καντ, τον Σπινόζα, τον Σωκράτη, το καθήκον, τις φιλοσοφικές ιδέες και γενικά τη στάση ζωής.
Ο Βαγγέλης στέλνει ένα ακόμη γράμμα sτο τέλος του 1956 γράφοντας μερικές λέξεις για τις συγκρούσεις που αντιμετωπίζει και για να ευχηθεί για τον καινούργιο χρόνο 1957. Μέσα στο φάκελο υπάρχουν αποσπάσματα ημερολογίου του του 1953 καθώς και κάποιοι αφορισμοί με τις ήδη γνωστές απόψεις του.
Ο Βαγγέλης που έγραφε στα πρώτα γράμματά του: «Ευτυχία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μπόλικη ζωή», το καλοκαίρι του 1956 μεταναστεύει στην Αμερική. Φθάνει ατμοπλοϊκώς στην Νέα Υόρκη και από εκεί με αεροπλάνο στο Σινσινάτι, στο σπίτι του αδελφού του. Αμέσως αρχίζει να εργάζεται και να μαθαίνει καλά τη γλώσσα για να σπουδάσει. Μετατρέπει το μικρό του όνομα σε Van και το πολυσύλλαβο επώνυμό του το κάνει δισύλλαβο.
Ξεκινά σήμερα η παρουσίαση μιας αλληλογραφίας που αρχίζει το 1956 και σταματά το 1960. Παραλήπτης ο Γιώργος Ρ., που υπηρετεί στην Πολεμική Αεροπορία κι αργότερα είναι ιδιωτικός υπάλληλος στην Αθήνα. Αποστολέας, ο Βαγγέλης Π., υπάλληλος ξενοδοχείου, που γράφει πρώτα απ’ την Αθήνα, ακολούθως απ’ την Αμερική. Γνωρίστηκαν στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ), δίχως να ανήκουν στην ίδια σειρά, ίσως ο Βαγγέλης να ανήκε στους αξιωματικούς του μόνιμου προσωπικού.
Το σημερινό σημείωμα αφορά τον γάμο του Σωκράτη με την Ορτάνς. Είναι το τελευταίο.
Το σημερινό σημείωμα περιέχει ένα μόνο εκτεταμένο γράμμα του Σωκράτη προς τη μητέρα του στο Αϊβαλί. Εκλιπαρεί να του δώσει την ευχή της για το γάμο του με την Ορτανσία. Για να υπερβεί την κύρια αντίρρησή της, η οποία είχε υπόβαθρο τη μη λήψη προίκας, κάνει μια ιστορική αναδρομή σχετικά με την προηγηθείσα μοναξιά και την ακόλουθη ανάπτυξη τού έρωτά του· αρχικά δι’ ανταλλαγής επιστολών· στη συνέχεια διά της συναντήσεώς τους στη Γαλλία.
Στο τέλος του 1909, ο πατέρας του Σωκράτη αποφάσισε να εργαστεί. Βρήκε δουλειά στο χωριό Κιουτσούκ Κουγιού στην, απέναντι από το Αϊβαλί, βόρεια ακτή του κόλπου του Αδραμυτιού. [Αξίζει να σημειωθεί ότι το Κιουτσούκ Kουγιού είναι η ακτή από την οποία γίνεται τα τελευταία χρόνια η προώθηση τω μεταναστών προς την Μυτιλήνη]. Ο πατέρας του έμεινε εκεί δύο και μισό μήνες, από τον Δεκέμβριο του 1909 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1910. Έγραψε δεκαεπτά γράμματα προς το σπίτι του, τα περισσότερα με αιτήματα, παράπονα και γκρίνιες.
Από τον Μάιο του 1907 ώς τον Αύγουστο του 1909 δεν σώζονται γράμματα στην αλληλογραφία του Σωκράτη από το Αϊβαλί. Θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε αν το κίνημα των Νεότουρκων (Ιούλιος 1908) πέρασε και πώς σ’ αυτήν, αν και σπανίως περιέχει αναφορές σε πολιτικά γεγονότα, ιδιαιτέρως όταν αυτά αφορούν την οθωμανική αυτοκρατορία. Αλλά από το 1909 σώζονται δεκαπέντε γράμματα…
Αρχές του φθινοπώρου του 1906 πεθαίνει από λοιμώδες νόσημα (μάλλον από φυματίωση) η αδελφή του Σωκράτη, Δέσποινα. Ώς τον Μάιο του 1907 δεν υπάρχουν γράμματα. Το γεγονός διασώζεται σε ένα αφήγημα που έγραψε ο Σωκράτης και το οποίο συνόδευε τα δύο γράμματά του, ένα προς τη Μαριάνθη, και ένα με ευχές για το Πάσχα προς την οικογένεια, Τα επιστολόχαρτα και οι φάκελοι, εννέα μήνες μετά, φέρουν σε ένδειξη πένθους μαύρη μπορντούρα. Είναι και τα μόνα που διασώζονται το έτος 1907.
Μετά από το επεισόδιο της φωτιάς της Ελληνικής Εμπορικής Σχολής Χάλκης τον Ιανουάριο του 1905, η αλληλογραφία του Σωκράτη από το Αϊβαλί ασχολείται στην αρχή με εύρεση εργασίας της Μαριάνθης και ακολούθως μέχρι το τέλος του 1906 με την εγκατάστασή της ως οικοδιδασκάλου στην ελληνική οικογένεια του Μ. Ρίζου στο Αλεξαντρόφσκ της Ρωσίας επί του ποταμού Δνείπερου (σήμερα Ουκρανία, πόλη Ζαπορίζια).
Το ξεκίνημα του 1905 ήταν οδυνηρό για τον Σωκράτη. Η Ελληνική Σχολή του Εμπορίου, της Χάλκης, στην οποία εργαζόταν κατά τη διάρκεια των διακοπών, πήρε φωτιά και το ένα τρίτο της αποτεφρώθηκε.
Ο Σωκράτης γοητεύεται από τον Ψυχάρη και υιοθετεί τις θέσεις του για τη γλώσσα. Γίνεται δηλαδή ακραίος δημοτικιστής, μαλλιαρός. Αρχίζει μάλιστα και γράφει στη "μαλλιαρή" και τα γράμματά του...
Το 1904, λοιπόν, ήταν δύσκολο για τον Σωκράτη και την πατρική του οικογένεια. Η αδελφή του Μαριάνθη χάνει ακόμη και τη θέση οικοδιδασκάλου που την είχε τόσο κουράσει και ενοχλήσει· οι εκκλήσεις προς τις εκκλησιαστικές αρχές του πατέρα για αποστιγματισμό και την κοινωνική επανένταξη, τόσο του ίδιου όσο και της οικογένειάς του, μένουν αναπάντητες. Η οικογένεια συνειδητοποιεί ότι το χρέος της κατάχρησης είναι τόσο μεγάλο που ουδέποτε θα μπορέσει να αποπληρώσει, ενώ τα εισοδήματά της παραμένουν περιορισμένα.
Στην υπό εξέταση αλληλογραφία του Σωκράτη και της οικογένειάς του το 1904 είναι πυκνό σε επιστολές, διασώζονται συνολικά 28. Μέχρι το καλοκαίρι κυρίως από ή προς την Μαριάνθη (15), η οποία εξακολουθεί να είναι οικοδιδάσκαλος στην οικογένεια Κρητικού στην Χάλκη, προς την αδελφή της Άρτα στο Αϊβαλί.