Καλωσορίζω αυτή την αιφνίδια πολιτικοποίηση. Η καταστροφή στη Γάζα και η οδύνη των παλαιστίνιων αμάχων είναι αναμφισβήτητα τραγικές και απαιτούν σοβαρή ηθική αντιμετώπιση. Στο κάτω κάτω, θέλω να ζω σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για τα παγκόσμια ζητήματα και εκφράζουν δημόσια τις απόψεις τους. Αλλά με ενδιαφέρει επίσης να καταλάβω τι συμβαίνει πραγματικά κάτω από την επιφάνεια, ιδίως όταν το πολιτικό αυτό «ξύπνημα» φαίνεται τόσο στενά εστιασμένο και ιδεολογικά ομοιογενές.
Αντισιωνιστές. Μόνο;
Από τις 7 Οκτωβρίου 2023 και μετά, έχω χάσει το μέτρημα πόσοι φίλοι και συνάδελφοι στην Ελλάδα έχουν αισθανθεί την ανάγκη να μου εξηγήσουν γιατί ο αντισιωνισμός τους δεν έχει καμία σχέση με αντισημιτισμό. Αυτές οι συζητήσεις ακολουθούν ένα προβλέψιμο μοτίβο και είναι οδηγούμενες από μια νόμιμη ανησυχία: την εύλογη επιθυμία των συναδέλφων μου να κάνουν κριτική στην ισραηλινή πολιτική χωρίς να χαρακτηριστούν αυτομάτως αντισημίτες – ο φόβος αυτός εντείνεται από το γεγονός ότι η σημερινή ισραηλινή κυβέρνηση αξιοποιεί συστηματικά και κυνικά τις κατηγορίες περί αντισημιτισμού για να αποπροσανατολίσει την κριτική όταν παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, διαπράττει εγκλήματα πολέμου ή διαιωνίζει μια άδικη κατοχή. Κι όμως, μέσα στη εκκωφαντική σιωπή για (σχεδόν) όλες τις παγκόσμιες συγκρούσεις και τις αμέτρητες περιπτώσεις μαζικού ξεριζωμού και ανθρώπινου πόνου, το Ισραήλ καταλαμβάνει μια ιδιαιτέρως εμμονική θέση στη συνείδηση των ανθρώπων του πολιτισμού, θέτοντας ένα εύλογο ερώτημα: μήπως ο σύγχρονος αντισιωνισμός στην Ελλάδα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πατροπαράδοτη δεισιδαιμονία μεταμφιεσμένη στη γλώσσα της κοινωνικής δικαιοσύνης και των ανθρώπινων δικαιωμάτων;
Πολύ πριν από την 7η Οκτωβρίου 2023, το αντισιωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα αντιμετώπιζε συστηματικά τον σιωνισμό όχι ως πολιτική ιδεολογία αλλά ως κακόβουλη ιστορική υπόσταση – μετατρέποντας ταυτόχρονα τον αντισιωνισμό στους καλλιτεχνικούς κύκλους σε πολύτιμο virtue signaling. Στην Ελλάδα, κανένα άλλο εθνικό κίνημα δεν έχει προσεγγιστεί ουσιοκρατικά με αντίστοιχο τρόπο: η ινδική ανεξαρτησία προκάλεσε μαζικό ξεριζωμό ινδουιστών και μουσουλμάνων, ο κινεζικός εθνικισμός έχει καταπιέσει συστηματικά τους Θιβετιανούς και τους ουιγούρους μουσουλμάνους – αλλά μήπως αυτά είναι «πολύ μακριά» για τους Έλληνες για τους οποίους το «βάρος» ηθικής ευθύνης είναι αντιστρόφως ανάλογο της γεωγραφικής απόστασης; Το έχω ακούσει και αυτό...
Αν ναι, ας ληφθεί υπόψη ο ίδιος ο ελληνικός εθνικισμός, με τον εξαναγκαστικό «εξελληνισμό» των μουσουλμανικών μειονοτήτων στη Θράκη και τις συνεχιζόμενες επαναπροωθήσεις προσφύγων, που απολαμβάνει ευρεία λαϊκή στήριξη. Ας θυμηθούμε επίσης τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990: εθνοκάθαρση στη Βοσνία, ομαδικοί τάφοι στο Κόσοβο, εκστρατείες μαζικών βιασμών – κι όμως, οι ίδιες συλλογικότητες στήριζαν με ενθουσιασμό τον σερβικό εθνικισμό, ακόμη και όταν οι θηριωδίες προβάλλονταν ζωντανά στην τηλεόραση, χωρίς ποτέ να τεθεί υπό αμφισβήτηση το «δικαίωμα ύπαρξης» της Σερβίας, χωρίς εκκλήσεις για διάλυση, χωρίς μποϊκοτάζ ή απαιτήσεις απομόνωσης από τη διεθνή κοινότητα.
Σήμερα, σε έναν κόσμο σπαρασσόμενο από συνεχιζόμενες συγκρούσεις όπως στο Κονγκό, στην Μιανμάρ ή την Συρία με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, με μαζικό εκτοπισμό 12–13 εκατομμυρίων στο Σουδάν και με λιμό που επηρεάζει έως και 25 εκατομμύρια ανθρώπους (εκ των οποίων πάνω από 500.000 παιδιά αντιμετωπίζουν οξύ υποσιτισμό), το Ισραήλ δέχεται προνομιακή μεταχείριση. Όλα τα εγκλήματα πολέμου πρέπει να καταδικάζονται, συμπεριλαμβανομένων των ισραηλινών – αλλά μόνο ο εβραϊκός εθνικισμός καταγγέλλεται συλλήβδην και καλείται να διαλυθεί εκ θεμελίων. Ποιος άλλος εθνικισμός αιωνόβιας ιστορικής διάρκειας αποτελεί αντικείμενο στα ελληνικά πρωινάδικα, στα καφενεία και στη μεταμεσονύχτια ζώνη του ραδιοφώνου;
Η στάση της ελληνικής Αριστεράς απέναντι στον αντισιωνισμό γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν εξετάσουμε την ίδια τη ρητορική που τον πλαισιώνει – άλλωστε, σαν ελληνόπουλο μεγάλωσα και εγώ διαβάζοντας στο σχολείο τα αντισημιτικά κηρύγματα του Κοσμά του Αιτωλού, απορροφώντας αιώνες μίσους «εθνικής γραμματείας». Ο παραδοσιακός αντισημιτισμός βασίζεται χοντρικά σε δύο κύρια στερεότυπα: οι εβραίοι ως φορείς πλοκαμοειδούς, καταστροφικής δύναμης, και ως κακόβουλοι συνωμότες που χειραγωγούν τα γεγονότα παραμένοντας στο απυρόβλητο. Μια μελέτη του ΕΛΙΑΜΕΠ το 2021 διαπίστωσε ότι σχεδόν το 69% των Ελλήνων υιοθετεί τουλάχιστον ένα αντισημιτικό στερεότυπο, ενώ πάνω από το 60% πιστεύει ότι «οι εβραίοι ελέγχουν την παγκόσμια οικονομία» – ακριβώς το είδος της συνωμοσιολογικής σκέψης που προάγει ο αντισημιτισμός ιστορικά.
Δεν προκαλεί λοιπόν καμία έκπληξη που αυτά τα μοτίβα έχουν μεταφερθεί σχεδόν αυτούσια στις σύγχρονες συζητήσεις για τον σιωνισμό και το Ισραήλ. Στον ελληνικό δημόσιο λόγο, η ολοένα και πιο διαδεδομένη έκφραση «εβραϊκό λόμπι» για να περιγράψει τις διαδικασίες νομιμοποίησης του Ισραήλ στα διεθνή φόρα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταφοράς. Ο όρος διατηρεί ανέπαφη την κλασική αντισημιτική εικόνα της σκοτεινής, εβραϊκής χειραγώγησης, αλλά αυτή τη φορά ντυμένη με έναν σύγχρονο γεωπολιτικό μανδύα. Στον κόσμο της τέχνης και του πολιτισμού στην Ελλάδα, η καταδίκη του Ισραήλ έχει μετατραπεί σε ένα αναγκαίο τελετουργικό για την ένταξη στους προοδευτικούς κύκλους – ένα passage obligé που λειτουργεί καθαρτικά για την πλήρη και χρόνια απουσία των περισσοτέρων μελών την κοινότητας αυτής με οποιαδήποτε μορφή πολιτικής θέσης και σκέψης. Για άλλους πάλι, ο αντισιωνισμός τους είναι ένα βολικό προσωπείο για να εξευγενίσουν το δικό τους ιστορικό κακοποιήσεων, μικροπροσβολών και πισώπλατων μαχαιριών – πρακτικών που εξακολουθούν και σήμερα να αποτελούν τον βασικό μηχανισμό συναλλαγής στον ελληνικό καλλιτεχνικό χώρο.
Κι όμως, αυτή η επιμονή στη διατήρηση μιας αυστηρής διάκρισης μεταξύ αντισιωνισμού και αντισημιτισμού συχνά συσκοτίζει μια βαθύτερη ασυνέπεια στις ίδιες τις κινηματικές αρχές, αποκαλύπτοντας ένα ανησυχητικό μοτίβο. Το προοδευτικό κίνημα έχει θεμελιώσει μια σαφή και πολύτιμη αρχή: οι ομάδες μειονοτήτων έχουν το δικαίωμα να ορίζουν οι ίδιες τι συνιστά διάκριση εις βάρος τους. Όταν τρανς άτομα επισημαίνουν τρανσφοβική γλώσσα ή συμπεριφορά, λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες που εκφράζουν. Το κίνημα #MeToo ανέδειξε αυτή την αρχή με υποδειγματικό τρόπο – όταν γυναίκες χαρακτηρίζουν συγκεκριμένες συμπεριφορές ως παρενοχλητικές που παλαιότερα άλλοι θα τις υποβίβαζαν ως «κομπλιμέντα» ή απλώς «χαριεντισμούς στον χώρο της εργασίας», οι προοδευτικές φωνές αποδέχτηκαν αυτόν τον ορισμό και απαίτησαν θεσμικές αλλαγές. Αυτή η προσέγγιση υπήρξε απόλυτα θετική: συνέβαλε στην ανάδειξη των περιθωριοποιημένων φωνών και αμφισβήτησε δομές εξουσίας που για καιρό αποσιωπούσαν ή υποβάθμιζαν καταγγελίες για διακρίσεις. Τα identity politics, παρά την κριτική που μπορεί να τους ασκήσει κανείς, παρείχαν ουσιαστικά εργαλεία για να κατανοήσουμε πώς διαφορετικές ομάδες βιώνουν την καταπίεση ανοίγοντας δρόμους για ουσιαστική κοινωνική αλλαγή.
Εκτός όταν πρόκειται για εβραίους.
Προοδευτικός αντισημιτισμός
Όταν οι εβραίοι επισημαίνουν ότι ο ελληνικός αντισιωνιστικός λόγος συχνά εκτρέπεται σε αντισημιτικά μονοπάτια, οι ίδιοι «προοδευτικοί» που, υπό άλλες συνθήκες, θα αποδέχονταν την εμπειρία των μειονοτήτων ως αυθεντική, μετατρέπονται ξαφνικά σε δύσπιστους «επιτηρητές» του τι συνιστά πραγματική διάκριση. Μια τέτοια στάση θα ήταν αδιανόητη απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη μειονότητα. Ποτέ δεν κατηγορεί κανείς τα non-binary άτομα ότι εκμεταλλεύονται τον αγώνα τους για πολιτικά οφέλη, ούτε απορρίπτει τις καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης των γυναικών ως στρατηγική χειραγώγηση. Κι όμως, ακριβώς αυτή είναι η στάση που υιοθετείται συχνά όταν εβραίοι αναγνωρίζουν αντισημιτικά μοτίβα στον δημόσιο λόγο—κατηγορούνται ότι «εργαλειοποιούν» το Ολοκαύτωμα, ότι εκμεταλλεύονται ιστορικά τραύματα για πολιτικά οφέλη ή ότι χρησιμοποιούν κυνικά την ιδιότητά τους ως θύματα για να προστατεύσουν το Ισραήλ από κριτική.
Αυτή η ασυμμετρία αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για το πώς αντιλαμβάνονται οι «προοδευτικές» τάξεις την ταυτότητα: οι εβραίοι, παρά το γεγονός ότι αποτελούν μόλις το 0,2% του παγκόσμιου πληθυσμού (σε σύγκριση με περίπου 30% για τους μουσουλμάνους – στην Ελλάδα μάλιστα το ποσοστό είναι 0,04%, θλιβερό απομεινάρι μιας κάποτε ακμάζουσας κοινότητας που εξοντώθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά κατά το Ολοκαύτωμα, συχνά με τη συνεργασία ελλήνων χριστιανών), δεν τυγχάνουν της αναγνώρισης ως μειονότητα. Αντιθέτως, αντιμετωπίζονται ως μια «λευκή», προνομιούχα, σχεδόν ηγεμονική ομάδα.
Αυτή η αντίληψη ενισχύεται από μιας ευρέως διαδεδομένη υπόνοια «διπλής πίστης» (dual loyalty) – ότι δηλαδή η αφοσίωσή των ελλήνων εβραίων στο Ισραήλ τούς καθιστά ύποπτους ως προς την εθνική τους ένταξη ή πίστη. Αυτό το μοτίβο αποτελεί κλασικό αντισημιτικό στερεότυπο που ανάγεται τουλάχιστον στην Υπόθεση Ντρέιφους, όταν οι εβραίοι κατηγορούνταν ότι υπηρετούν ξένα συμφέροντα εις βάρος των χωρών στις οποίες ζούσαν. Κι όμως, ακόμα και σήμερα αυτή είναι η καθημερινή εμπειρία των εβραίων στην Ελλάδα. Έρχομαι συχνά αντιμέτωπος με μορφωμένους έλληνες χριστιανούς –την γκαλερίστα της υψηλής κοινωνίας, τον καλλιτέχνη με την διεθνή καριέρα, την ακαδημαϊκό– οι οποίοι εκπλήσσονται όταν μαθαίνουν ότι είμαι εβραίος και πολύ συχνά δεν γνωρίζουν καν την διαφορά Ισραηλινού και Ισραηλίτη. Με συγχαίρουν για το πόσο καλά μιλάω ελληνικά, με ρωτούν τι κάνω στην Αθήνα και γιατί δεν είμαι στο Ισραήλ; Είναι συχνά οι ίδιοι που δεν θα διστάσουν να μου κάνουν διάλεξη περί της «ουδέτερης», «ενημερωμένης» και «αντικειμενικής» τους θέσης για το Ισραήλ και την Παλαιστίνη.
Ίσως το πιο θεμελιώδες πρόβλημα στην απεγνωσμένη προσπάθεια να διαχωριστεί ο αντισιωνισμός από τον αντισημιτισμό είναι ότι αγνοείται η ουσιαστική και συχνά υπαρξιακή σύνδεση μεταξύ σιωνισμού και εβραϊκής ταυτότητας. Ο σιωνισμός αποκατέστησε την αξιοπρέπεια των εβραίων μετά από αιώνες διωγμών και ταπεινώσεων. Όπως επισημαίνει και η Eva Illouz σε πρόσφατο άρθρο της, για πολλούς εβραίους η επίθεση στον σιωνισμό είναι περίπου ισοδύναμη με την επίθεση στο Pride – στοχεύει σε ένα βασικό στοιχείο της ταυτότητάς τους και της ιστορικής τους εμπειρίας. Με τον ίδιο τρόπο που το Pride των ΛΟΑΤΚΙ+ σηματοδοτεί τον μετασχηματισμό της ντροπής σε αξιοπρέπεια, και το BLM είναι η απάντηση σε αιώνες φυλετικής απανθρωποποίησης, έτσι και ο σιωνισμός εκφράζει τη συλλογική άρνηση των εβραίων να αποδεχθούν την ταπείνωση ως διαρκή τους μοίρα – ακόμα κι αν δεν έχουν πάει ποτέ στο Ισραήλ, δεν σκοπεύουν να πάνε, ή δεν έχουν οικογένεια, φίλους ή επαγγελματικές σχέσεις εκεί.
Ας πω ξανά το αυτονόητο: υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην κριτική συγκεκριμένων πολιτικών του Ισραήλ και στην απαίτηση για την εξάλειψη του ίδιου του ισραηλινού κράτους. Ο ελληνικός αντισιωνιστικός λόγος σπανίως τηρεί αυτόν τον διαχωρισμό· αντιθέτως, συγχέει συστηματικά τη θεμιτή κριτική πολιτικής με λόγο εξοντωτικό και καταργητικό. Αυτή η σύγχυση κάνει να φαίνεται αποδεκτή η απαίτηση να αποκηρύξουν οι εβραίοι τον σιωνισμό για να αποτινάξουν το «στίγμα» της συσχέτισης με το Ισραήλ. Πρόκειται για μια απαίτηση που θα ήταν αδιανόητη σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο και που θυμίζει επικίνδυνα ιστορικά μοτίβα εξαναγκαστικού εκχριστιανισμού και αφομοίωσης.
Αυτό το double bind δημιουργεί στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Ελλάδας μια αμήχανη κατηγορία: τους «καλούς εβραίους» που συμμορφώνονται ιδεολογικά στο πρόταγμα αυτό. Ο χώρος του πολιτισμού στην Ελλάδα, έχει τη δική του «εγκεκριμένη» συλλογή καλών εβραίων—τον Ιλάν Παπέ (Ilan Pappé), τον Σλόμο Σαντ (Shlomo Sand), τον Νόρμαν Φινκελστάιν (Norman Finkelstein) μεταξύ άλλων και τον έναν ή τον άλλον άγνωστο radical ραβίνο που ήταν πάντα αντίθετος στο Ισραήλ και που ξαφνικά γίνεται μέσα σε μια νύχτα ο πρωταγωνιστής του έλληνικού facebook. Αυτές είναι οι ταλισμανικές φιγούρες του σύγχρονου αντισημιτισμού. Άλλοι πάλι, είναι τόσο διψασμένοι για «καλούς εβραίους» που έχουν εναγκαλιάσει φιγουρες που δεν θα άγγιζε κανείς ούτε με γάντια, όπως τον ισραηλινό μουσικό Γκίλαντ Άτζμον (Gilad Atzmon), διακεκριμένο φίλο των λευκών supremacists και των αρνητών του Ολοκαυτώματος, τα βιβλία του οποίου τα προωθεί ο ίδιος ο Ντέιβιντ Ντιουκ (David Duke), υψηλόβαθμο στέλεχος της Κου Κλουξ Κλαν. Ο Άτζμον όχι μόνο βρήκε μια οικογένεια καλλιτεχνών στην Αθήνα, αλλά κατάφερε να φτιάξει ολόκληρη τζαζ ορχήστρα, την Athens Big Band, στελεχώνοντάς τη με τους καλύτερους εγχώριους μουσικούς και παρουσιάζοντας τη δουλειά του σε εναλλακτικούς πολιτιστικούς χώρους όπως το Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (ΚΕΤ), το Bar Ορφέας, το Jazzét Music Hall, με ισχυρή προωθητική καμπάνια από πολλά μέσα και freepress, όπως τη LiFO με τα άρθρα της για τους σιωναζιστές. Ο μόνος τρόπος να είσαι «καλός εβραίος» στην Ελλάδα, είναι να είσαι και εσύ αντισημίτης.
Ι
δεολογική υποδομή για βία
Η επιμονή στο διαχωρισμό του αντισιωνισμού από τον αντισημιτισμό παράγει τέσσερα ιδιαίτερα επιζήμια αποτελέσματα.
Πρώτον, δημιουργεί μια επιστημολογική κρίση όπου οι εβραίοι χάνουν κάθε τρόπο να εκφράσουν τη δική τους εμπειρία διάκρισης. Όταν ο ίδιος πολιτιστικός χώρος που φημίζεται για τον συμπεριληπτικό του χαρακτήρα και την υπεράσπιση των μειονοτήτων απορρίπτει συστηματικά τις κατηγορίες αντισημιτισμού ως περισπασμό, δημιουργεί ένα προηγούμενο σύμφωνα με το οποίο οι διεκδικήσεις οποιασδήποτε μειονότητας μπορούν να ακυρωθούν όταν γίνονται ενοχλητικές. Δεν πρόκειται απλώς για πληγωμένα συναισθήματα αλλά για το ποια μειονότητα έχει το δικαίωμα να ορίζει την πραγματικότητά της· και οι εβραίοι έχουν αποκλειστεί μοναδικά από αυτό το θεμελιώδες δικαίωμα.
Δεύτερον, θεσπίζει ιδεολογικά τεστ πιστότητας που μετατρέπουν την εβραϊκή ταυτότητα σε «παράνομο εμπόρευμα». Η απαίτηση της καλλιτεχνικής κοινότητας για αυτοάρνηση των ελλήνων εβραίων υπερβαίνει την απλή πολιτική διαφωνία – αντιπροσωπεύει μια συστηματική προσπάθεια εκκαθάρισης των προοδευτικών χώρων από οποιαδήποτε αυθεντική εβραϊκή παρουσία. Πόσους εβραίους έλληνες καλλιτέχνες γνωρίζετε; Μια προγραμματισμένη συνεργασία διακόπηκε αιφνιδίως όταν το άλλο άτομο είδε τις αναρτήσεις μου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από το ταξίδι μου στο Ισραήλ και απαίτησε να μάθει «τι κάνω εκεί». Το άτομο αυτό θεωρούσε το εαυτό του απόλυτα νομιμοποιημένο για μια τέτοια παραβατική συμπεριφορά που, ως non-binary, δεν θα δεχόταν ποτέ από cis άτομο. Όταν μια οικογενειακή επίσκεψη γίνεται λόγος επαγγελματικής απομόνωσης, όταν κάθε εβραϊκή σύνδεση με το Ισραήλ καθιστά κάποιον πολιτικά ύποπτο, γινόμαστε μάρτυρες της δημιουργίας ενός πολιτισμικού περιβάλλοντος όπου η ίδια η εβραϊκή ύπαρξη τίθεται υπό όρους. Αυτό δεν είναι απλώς διάκριση – είναι η αργή κατασκευή ενός κόσμου όπου οι έλληνες εβραίοι πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στην ταυτότητά τους και στην επαγγελματική τους επιβίωση.
Τρίτον, δημιουργεί μια τέλεια αντισημιτική μηχανή – ένα αυτοτροφοδοτούμενο σύστημα που τρέφεται από τις δικές του αρνήσεις. Όσο οι έλληνες εβραίοι εγκαλούν αντισημιτικές συμπεριφορές, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνουν την υποτιθέμενη χειραγωγητική τους φύση· όσο υφίστανται αποκλεισμό, τόσο περισσότερο αποδεικνύουν την «παρανοϊκή» θυματοποίησή τους. Αυτό δεν είναι τυχαίο: ο ελληνικός αντισιωνισμός είναι η εξελιγμένη μορφή της παλιάς αντισημιτικής λογικής, τώρα εξοπλισμένη με προοδευτικό λεξιλόγιο και ηθική νομιμοποίηση. Οι πολιτιστικοί χώροι στην Ελλάδα έχουν μετατραπεί σε εργαστήρια δοκιμών για το πόσο μπορεί να ωθηθεί αυτός ο μηχανισμός, ανακαλύπτοντας ότι σχεδόν οποιοσδήποτε βαθμός αποκλεισμού των εβραίων μπορεί να δικαιολογηθεί ως αντισιωνιστική αρχή, και όχι ως εθνοτική μισαλλοδοξία.
Τέλος, και πιο επικίνδυνο, η κατάσταση αυτή δημιουργεί την ιδεολογική υποδομή για σωματική βία. Όταν ο πολιτιστικός χώρος νομιμοποιεί τη στοχοποίηση των εβραίων ως μορφή πολιτικής αντίστασης, ταυτόχρονα διαμορφώνει και το ηθικό πλαίσιο που είναι απαραίτητο για την επικείμενη κανονικοποίηση της σωματικής βίας. Η κλιμακούμενη ρητορική –όπως οι συνεχείς απειλές θανάτου που λαμβάνω στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (και δεν είμαι ο μόνος) και που αναφέρω τακτικά στις βελγικές αρχές, μέχρι τις επιθέσεις σε χώρους με εβραϊκό περιεχόμενο– ακολουθεί προβλέψιμα μοτίβα που οι εβραϊκές κοινότητες έχουν ξαναζήσει. Η διαφορά τώρα είναι ότι αυτή η βία παρουσιάζεται μέσα από τη γλώσσα της κοινωνικής δικαιοσύνης, καθιστώντας την αόρατη σε όσους θα μπορούσαν να παρέμβουν.
Η πραγματικότητα είναι ότι κάποιος μπορεί να είναι σιωνιστής και ταυτόχρονα να αντιτίθεται σθεναρά σε συγκεκριμένες πολιτικές του Ισραήλ. Πολλοί εβραίοι, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος συγγραφέα, δεν έχουν καμία δυσκολία να καταδικάσουν τη διαχείριση του πολέμου στη Γάζα ή την ηθική απαξία της εποικιστικής επέκτασης, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσουν το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον κυνισμό και την τοξικότητα του Νετανιάχου χωρίς να ακυρώνουμε το ίδιο το κράτος, όπως και οι πράξεις του Πούτιν δεν ακυρώνουν την ύπαρξη της Ρωσίας.
Αλλά ο σύγχρονος αντισιωνισμός δεν αφορά πραγματικά την κριτική πολιτικών· αφορά κάτι πιο θεμελιώδες. Όταν επιτιθέμενοι με μαχαίρια τραυματίζουν ισραηλινούς εφήβους στη Ρόδο, όταν κρουαζιερόπλοια αλλάζουν πορεία για να αποφύγουν ελληνικά νησιά, όταν εστιατόρια kosher βανδαλίζονται και μνημεία του Ολοκαυτώματος αμαυρώνονται, αυτά δεν είναι πολιτική διαμαρτυρία – κι όμως, παρουσιάζονται ως τέτοια. Η αντισημιτική βία επαναδιατυπώνεται σταθερά ως θεμιτή πολιτική έκφραση «αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με τη Γάζα».
Αυτή η διαδικασία εξορθολογισμού ακολουθεί προβλέψιμα βήματα: πρώτα, η βία εντάσσεται στο πλαίσιο της παλαιστινιακής οδύνης· μετά παρουσιάζεται ως κατανοητή συναισθηματική αντίδραση στις πολιτικές του Ισραήλ· και τέλος υπερασπίζεται ως αναγκαία μορφή πολιτικής αντίστασης. Στο τέλος αυτής της διαδικασίας, η επίθεση κατά εβραίων δεν θεωρείται απλώς ανεκτή, αλλά ενάρετη: μια πράξη αλληλεγγύης προς τους καταπιεσμένους.
Στερεότυπα
Οι Έλληνες ανακάλυψαν απλώς έναν κοινωνικά αποδεκτό δίαυλο για να εκφράσουν βαθιά ριζωμένα αντισημιτικά αισθήματα, τα οποία οι εβραίοι συμπολίτες τους βιώνουν εδώ και χρόνια στις καθημερινές τους συναναστροφές. Χαρακτηριστικά, όταν η βία και η παρενόχληση ξεπερνούν σαφή όρια αποδεκτής συμπεριφοράς, δεν ακούγεται καμία φωνή από τον προοδευτικό χώρο να τις καταδικάσει, να αποστασιοποιηθεί ή να πειθαρχήσει τα πιο ακραία στοιχεία στους κόλπους του. Η αλήθεια όμως είναι ότι ο ελληνικός αντισημιτισμός προσφέρει στον αντισιωνισμό μεγάλο μέρος της ενέργειάς του, του πάθους του και του ηθικού πλαισίου που τον νομιμοποιεί. Οι Έλληνες «προοδευτικοί» που προσεγγίζουν το ζήτημα Ισραήλ-Παλαιστίνης από τη δική τους κοινωνική τοποθέτηση –εμποτισμένη από αιώνες ορθόδοξης χριστιανικής αντισημιτικής παράδοσης και σύγχρονες θεωρίες συνωμοσίας για την «εβραϊκή εξουσία»– δεν μπορούν να ισχυριστούν ούτε ουδέτερη αντικειμενικότητα ούτε την ενσυναίσθηση που νομίζουν ότι διαθέτουν. Η «γνώση» τους φιλτράρεται αναπόφευκτα μέσα από τα ίδια αντισημιτικά πλαίσια, προσφέροντας έναν αξιοπρεπή τρόπο να εξιλεωθούν για τη συνενοχή, την ανοχή ή την αδιαφορία των δικών τους οικογενειών ή για τα δικά τους ηθικά ελλείμματα—μετατρέποντας την υποτιθέμενη ηθική ανωτερότητά τους σε απευθείας κοινωνικό κεφάλαιο.
New rule for social media: αν δεν έχεις αφιερώσει χρόνια ενασχόλησης με τη συστηματική αποσιώπηση ανθρώπινου πόνου στον δημόσιο λόγο, τις μαζικές φρικαλεότητες κατά παιδιών ή τα δικαιώματα των μουσουλμάνων στην αυτοδιάθεση οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, τότε η ξαφνική σου ηθική διαύγεια και επιλεκτική αγανάκτηση δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον δικό σου κρυφό αντισημιτισμό – ή αυτόν της οικογένειάς σου που βγήκε στη φόρα.