Σύνδεση συνδρομητών

Η αποσταθεροποίηση ως διαχρονική πολιτική στάση της Αριστεράς

Σάββατο, 18 Απριλίου 2026 01:27

Πριν από μερικές εβδομάδες, επιχειρήσαμε μια γενική προσέγγιση του ζητήματος της εσωτερικής αποσταθεροποίησης και της σχέσης της με τα εθνικά συμφέροντα (https://booksjournal.gr/gnomes/5972-esoteriki-apostatheropoiisi-kai-ethnika-symferonta). Στο σημερινό κείμενο επανερχόμαστε, εστιάζοντας αποκλειστικά στην ελληνική πολιτική σκηνή και στη διαχρονική λογική που διαμορφώνει αυτή τη συζήτηση.

Σε μια περίοδο διεθνών εντάσεων και ενεργών πολεμικών συγκρούσεων, η εσωτερική συνοχή κάθε χώρας αποτελεί βασικό όρο εθνικής στρατηγικής. Το εσωτερικό μέτωπο λειτουργεί ως θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η ικανότητα μιας χώρας να αντιμετωπίζει εξωτερικούς κινδύνους και να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της.

Η σταθερότητα δεν εξαντλείται στη διοικητική οργάνωση ή στους οικονομικούς δείκτες. Συνδέεται με την ποιότητα της δημόσιας συζήτησης, τη συγκρότηση της κοινής γνώμης και την ικανότητα μιας κοινωνίας να διατηρεί ξεκάθαρα τον προσανατολισμό της. Όταν αυτά διαρρηγνύονται, η αποδυνάμωση στο εσωτερικό επίπεδο μεταφέρεται άμεσα στο πεδίο των εθνικών επιλογών.

Η εικόνα αυτή δεν προκύπτει τυχαία ούτε περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη συγκυρία. Επανέρχεται με σταθερότητα κάθε φορά που η χώρα καλείται να κινηθεί μέσα σε ένα σύνθετο διεθνές περιβάλλον. Πίσω από τις επιμέρους αντιδράσεις διακρίνεται μια συνεκτική αντίληψη, με σαφή ιδεολογική αναφορά, που αντιμετωπίζει διαχρονικά τη θέση της χώρας μέσα από ένα πρίσμα καχυποψίας απέναντι στη Δύση.

Η στάση αυτή διαμορφώνεται ήδη από τη Μεταπολίτευση. Η απομάκρυνση από το περιπέτεια της δικτατορίας συνοδεύεται από μια βαθιά ανάγκη πολιτικής και ιδεολογικής αυτονόμησης. Στο πλαίσιο αυτό, η σχέση με τη Δύση παύει να αντιμετωπίζεται ως δεδομένο στρατηγικό πλαίσιο και μετατρέπεται σε πεδίο διαρκούς αμφισβήτησης. Το ΝΑΤΟ και οι Ηνωμένες Πολιτείες εκλαμβάνονται σαν οι απόλυτες εκφράσεις του «Κακού» και  ως παράγοντες επιβολής, στοιχείο που διαμορφώνει έναν σταθερό πυρήνα αντιδυτικού λόγου.

Η τάση αυτή αποκτά σαφή μορφή στη δεκαετία του 1990, με αφορμή τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία. Η αντίθεση στους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ δεν περιορίζεται σε μια επιμέρους διαφωνία, αλλά μετατρέπεται σε ευρύτερη ταύτιση με τη σερβική πλευρά και σε συνολική αμφισβήτηση της δυτικής παρέμβασης. Το γεγονός αυτό λειτουργεί σαν  σημείο καμπής με αποτέλεσμα η περιστασιακή κριτική να αποκτά χαρακτηριστικά στρατηγικής στάσης.

Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, η ίδια λογική επανέρχεται με μεγαλύτερη ένταση. Η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας τίθεται σε αμφισβήτηση, ενώ αναδεικνύονται εναλλακτικά σχήματα γεωπολιτικού προσανατολισμού. Η αναφορά σε χώρες όπως η Βενεζουέλα και η Κούβα, καθώς και η αναζήτηση «πολυδιάστατης» εξωτερικής πολιτικής, αποτυπώνουν μια βαθύτερη επιφυλακτικότητα απέναντι στο δυτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η χώρα.

Στο όνομα αυτής της προσέγγισης, διαμορφώνονται κατά καιρούς θέσεις που αντιμετωπίζουν με ανοχή και κατανόηση καθεστώτα με έντονα αυταρχικά χαρακτηριστικά όπως η Ρωσία και το Ιράν, ενώ ταυτόχρονα τείνουν να υποβαθμίζουν ή να αναστέλλουν την κριτική απέναντι σε τρομοκρατικές οργανώσεις που κινούνται εκτός του διεθνούς θεσμικού πλαισίου, όπως  για παράδειγμα η Χαμάς που υποστηρίζεται στρατηγικά από την τουρκική κυβέρνηση ή τη Χεζμπολάχ, το μακρύ χέρι του Ιράν εναντίον του Ισραήλ.

Η τριμερής συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ενώ η Τουρκία την καταγγέλλει ανοιχτά και επιχειρεί να οριοθετήσει τις συμμαχίες της περιοχής σύμφωνα με τα δικά της συμφέροντα, στο εσωτερικό της χώρας διατυπώνεται μια έντονη και συστηματική αμφισβήτηση της ίδιας στρατηγικής επιλογής. Η σύμπτωση αυτή, δημιουργεί μια εικόνα που αποδυναμώνει τη σαφήνεια της ελληνικής θέσης.

Η στάση αυτή συνοδεύεται από μια εμφανή επιλεκτικότητα στην επίκληση δικαιωμάτων και ευαισθησιών. Η υπεράσπιση των θρησκευτικών ή πολιτισμικών δικαιωμάτων που διασφαλίζει η Δύση, όχι μόνο δεν εκτιμάται αλλά γίνεται αντικείμενο σκληρής κριτικής, ενώ οι ελάχιστες εναπομείνασες χριστιανικές μειονότητες σε μουσουλμανικές χώρες που  αφανίζονται  πολλές φορές μέσα από μαζικές σφαγές δεν συγκινούν το λαϊκό ακροατηρίου ούτε την πνευματική πρωτοπορία της Αριστεράς. Αντίθετα σε κάθε ευκαιρία τόσο στο εσωτερικό όσο και μέσα από θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταγγέλλουν τη χώρα ως δολοφόνο που πνίγει μετανάστες στις θάλασσές της και σκοτώνει μικρές Μαρίες στον Έβρο, ζητώντας μάλιστα να πέσουν οι φράκτες για να εισβάλλουν οι μετανάστες ελεύθερα δίχως κανέναν έλεγχο στη χώρα. Η ασυμμετρία αυτή αποτυπώνει ολοκάθαρα τη στρατηγική πολιτική επιλογή  της μεγάλης πλειονότητας της αντιπολίτευσης στον τρόπο με τον οποίο ιεραρχούνται τα γεγονότα μέσα σε ένα ήδη διαμορφωμένο ερμηνευτικό σχήμα.

Στη σημερινή συγκυρία, η ίδια αντίληψη επανεμφανίζεται μέσα από φαινομενικά διαφορετικές τοποθετήσεις. Η στήριξη της Ουκρανίας αντιμετωπίζεται με έντονες επιφυλάξεις, η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ αμφισβητείται, ενώ δυνάμεις και καθεστώτα που βρίσκονται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τη Δύση προσεγγίζονται με όρους κατανόησης ή και ανοχής. Τα επιμέρους αυτά στοιχεία δεν συνιστούν μεμονωμένες αντιδράσεις. Συνθέτουν ένα ενιαίο ερμηνευτικό σχήμα.

Η στάση αυτή παράγει  συγκεκριμένες συνέπειες. Η σύγχυση ως προς τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας μεταφέρεται προς τα έξω, δημιουργεί αμφιβολίες για τη συνοχή της στρατηγικής της και αφήνει περιθώρια αξιοποίησης από δυνάμεις που επιδιώκουν την αποδυνάμωσή της. Οι θέσεις αυτές, ανεξαρτήτως πρόθεσης, συγκλίνουν σε κρίσιμα σημεία με επιδιώξεις τρίτων, σε μια περίοδο όπου η γεωπολιτική ισορροπία παραμένει εύθραυστη.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε τμήματα του τουρκικού Τύπου διατυπώνονται κατά καιρούς εκτιμήσεις πως οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις στην Ελλάδα μπορούν να λειτουργήσουν ως παράγων αποδυνάμωσης της συνολικής της στάσης. Η ανάγνωση αυτή δείχνει πώς ερμηνεύονται από τρίτους οι εσωτερικές αντιθέσεις και πώς εντάσσονται σε ευρύτερους σχεδιασμούς. Ακόμη και σε ζητήματα που θα ανέμενε κανείς ευρύτερη συναίνεση, όπως η ενίσχυση της αποτρεπτικής παρουσίας του ελληνισμού στην Κύπρο, καταγράφονται αντιδράσεις που δεν εξηγούνται μόνο ως πολιτική διαφωνία. Αντανακλούν βαθύτερες επιφυλάξεις απέναντι σε κάθε επιλογή που συνδέεται με στρατιωτική ισχύ και δυτικές ισορροπίες.

Η εθνική ισχύς δεν εξαντλείται στους εξοπλισμούς ή στις στρατιωτικές δυνατότητες. Το εσωτερικό μέτωπο λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Μια κοινωνία με σαφή προσανατολισμό και συνοχή μπορεί να αξιοποιήσει αποτελεσματικά τα μέσα που διαθέτει. Αντίθετα, μια κοινωνία σε διαρκή εσωτερική ένταση μειώνει την αποτελεσματικότητα ακόμη και των ισχυρότερων στρατηγικών επιλογών.

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020),  Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024). Μόλις κυκλοφόρησε το νέο του μυθιστόρημα, Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.