Σύνδεση συνδρομητών

Από την Καλαμάτα στο Χόλιγουντ

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2021 23:50

Φώντας Λάδης - Νίκος Θεοδοσίου, Οι Έλληνες στο Χόλιγουντ την εποχή του βωβού κινηματογράφου, Μνήμες, Αθήνα 2020, 110 σελ.

«Η ιστορία με τους Έλληνες του Χόλιγουντ στην πρώτη βουβή περίοδο της αμερικανικής κινηματογραφίας μοιάζει με παραμύθι», γράφει στο βιβλίο-λεύκωμα Οι Έλληνες στο Χόλιγουντ ο δημοσιογράφος και ποιητής Φώντας Λάδης, ο ένας από τους δύο συγγραφείς του. Κι αυτό, συνεχίζει, όχι μόνο εξαιτίας των άγνωστων στοιχείων για τη ζωή και τη δράση δεκάδων συμπατριωτών μας, τη δεκαετία του 1910 και του 1920 στο χώρο του αμερικανικού κινηματογράφου, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα στοιχεία συλλέχτηκαν.

Όλα ξεκίνησαν όταν, τον Αύγουστο του 1985, στο περιοδικό Ταχυδρόμος, δημοσιεύτηκε ένα πολυσέλιδο ρεπορτάζ με το υλικό που διέθεσε ο βασικός πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο Θανάσης Λυμπέρης από το Βασιλίτσι Μεσσηνίας, χωριό κοντά στην Κορώνη. Ύστερα από πολυκύμαντη ζωή 58 χρόνων στην Αμερική, ο Λυμπέρης είχε γυρίσει οριστικά στην Ελλάδα και μοίραζε το χρόνο του στην ιδιαίτερη πατρίδα του και στην Αθήνα. Φορτωμένος αναμνήσεις, αλλά έχοντας κι ένα πλούσιο προσωπικό αρχείο, ο Μεσσήνιος πρώην μετανάστης εξομολογήθηκε στον Φώντα Λάδη τις περιπέτειές του – πέθανε από καρδιακή προσβολή πενήντα μέρες μετά τη δημοσίευσή τους.

Το επόμενο βήμα του Λάδη ήταν να ταξιδέψει στις ΗΠΑ, το 2015, με στόχο να συνεχίσει την έρευνά του για τους Έλληνες του Χόλιγουντ με τη συνεργασία Ελληνοαμερικανών, όπως ο Νταν Γεωργάκας, συγγραφέας και ακτιβιστής. Κι ύστερα, εμφανίστηκε ο Νίκος Θεοδοσίου, κινηματογραφιστής και ερευνητής, συγγραφέας του βιβλίου Ο μετανάστης κινηματογράφος, ο οποίος είχε ψάξει σε αρχειακές πηγές στην Αμερική και αλλού, ανακαλύπτοντας αρκετά ονόματα Ελλήνων που είχαν δουλέψει στον κινηματογραφικό χώρο πριν από το 1930.

Ο Θεοδοσίου βρήκε στοιχεία για έλληνες ηθοποιούς, παραγωγούς και αιθουσάρχες, καθώς και για τον Αλέξανδρο Πανταζή, άνθρωπο που υπήρξε θρύλος στον κόσμο του αμερικανικού θεάματος. Εντόπισε, παράλληλα, πολλές ταινίες του βωβού στις οποίες έπαιξαν έλληνες ηθοποιοί, έργο δύσκολο, αφού πάνω από το 70% του υλικού εκείνης της εποχής έχει χαθεί. Όπως σημειώνει ο Λάδης, τα μελλοντικά του σχέδια (μέσω της εταιρείας «Μνήμες» που έχει ιδρύσει), είναι μια ταινία για τους έλληνες πρωτοπόρους του Χόλιγουντ, με αποσπάσματα από τις ταινίες στις οποίες συμμετείχαν, που θα γυριστεί στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ. Επίσης, σχεδιάζει την ίδρυση σχετικού μουσείου στη Νέα Υόρκη και ίσως στην Αθήνα.

 

Δουλειά του, η περιπέτεια

Ας έρθουμε τώρα στον πρωταγωνιστή του βιβλίου, τον Θανάση Λυμπέρη. Όγδοο παιδί μιας αγροτικής οικογένειας, έκανε διάφορες δουλειές στην Καλαμάτα (παιδί για θελήματα, μπακαλόγατος), ώσπου έφυγε για την Αμερική, όπου επίσης έκανε ένα σωρό δουλειές: ηθοποιός, κινηματογραφιστής, κασκαντέρ, δάσκαλος, μπάρμαν, θεατρώνης, επιχειρηματίας, μάνατζερ ομάδας μπάσκετ, ιεροψάλτης, δημοσιογράφος, και πράκτορας του FBI.

To ταξίδι του στις ΗΠΑ ήταν απολύτως μυθιστορηματικό, καθώς είχε την περιπέτεια στο αίμα του. Την πρώτη φορά που πήγε εκεί από την Τεργέστη –έφθασε με το πλοίο Πατρίς στη Νέα Υόρκη–, τον γυρίσανε πίσω επειδή είχε ένα σπυρί στο μάγουλο. Τη δεύτερη φορά, πάλι από την Τεργέστη, κατάφερε να αποβιβαστεί, έφθασε εκεί χάρη στη γνωριμία του με μια Ελληνίδα από τη Ρουμανία που τον έντυσε κορίτσι. Είχε μαζί της τα τρία κορίτσια της. Έφθασαν στη Νέα Υόρκη τον Νοέμβριο του 1913.

Ωστόσο, όπως έμαθε σύντομα, τα κορίτσια δεν ήταν δικά της και τα προόριζε για οίκους ανοχής. Έτσι, στο σταθμό του τρένου, ξέφυγε από την κυρία, πέταξε το φουστάνι και το μαντίλι κι έγινε καπνός. Ένας Έλληνας που πουλούσε ξηρούς καρπούς στο δρόμο τον περιέθαλψε κι ύστερα από λίγο καιρό αναχώρησε για την Καλιφόρνια. Εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες κι άρχισε να ψάχνει να βρει τον αδελφό του, τον Σωτήρη, για τον οποίο ήξερε πως είχε δικά του μεταλλεία. Έκανε πολλές δουλειές για να επιβιώσει και το 1915 κατέληξε στο Χόλιγουντ. Τον επόμενο χρόνο πήγε στο Μεξικό κι έψαξε να βρει τον άλλον αδελφό του, τον Γιώργη, ο οποίος ήταν μπατζανάκης του Πάντσο Βίλα, του μεγάλου επαναστάτη.

Την περίοδο 1920-1925 έπαιζε σε ταινίες με τον Ντάγκλας Φαίρμπανκς (πατέρα), τον οποίο ντουμπλάρισε σε επικίνδυνες σκηνές της ταινίας Ο κλέφτης της Βαγδάτης, τον Ροντόλφο Βαλεντίνο, τον Ραμόν Ναβάρο, τον Τσάρλι Τσάπλιν, τον Ρόναλντ Ρέιγκαν, τον Τζον Γκίλμπερτ.

Σύμφωνα με τον Γιάννη Χουτόπουλο, ο οποίος επιμελήθηκε το παρόν βιβλίο, το 1929 ο Λυμπέρης ίδρυσε στο Λος Άντζελες την εταιρεία Lebaris Classic Enterprises - Sound and Talking Productions, για την εκμετάλλευση ενός συστήματος ομιλούντος κινηματογράφου δικής του επινόησης, που δούλευε με δίσκους, το λεγόμενο Cinemaphon. Αργότερα, άφησε το Χόλιγουντ και ασχολήθηκε με άλλα πράγματα. Τα τελευταία του χρόνια στις ΗΠΑ τα πέρασε κοντά στη φυλή των Ινδιάνων Ναβάχο. Έπειτα ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τη γυναίκα του και έμενε στην Ηλιούπολη.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου γράφτηκε από το Νίκο Θεοδοσίου, ο οποίος ξεκινάει την αφήγησή του με έναν έλληνα κουρέα στο Νιου Τζέρσεϊ. Στις αρχές του 1894, αυτός στήθηκε μπροστά στον «κινηματογράφο» (έτσι ονομαζόταν τότε η πρωτόγονη μηχανή λήψης), του Ουίλιαμ Ντίξον, βοηθού του Τόμας Έντισον, και άρχισε να περιποιείται τους πελάτες του, ενώ εκείνος τον κατέγραφε στο φιλμ. Ο ανώνυμος «λαμπρός νέος Έλληνας», όπως τον χαρακτήρισε ο Ντίξον, αποτυπώθηκε στο φιλμάκι των 45 δευτερολέπτων, το οποίο τιτλοφορήθηκε The barber Shop, έκανε το γύρο του κόσμου και αποτέλεσε την αρχή της μεγάλης περιπέτειας που οδήγησε στην 7η τέχνη και ονομάστηκε κινηματογράφος.

Σύμφωνα με τον Θεοδοσίου, ο Θανάσης Λυμπέρης είναι η πρωτογενής πηγή πληροφοριών, καθώς έχει αναφερθεί σε άτομα που γνώρισε στο Χόλιγουντ και είχαν περίεργα ψευδώνυμα. Χάρη σ’ αυτόν αποκαλύφθηκε η παρουσία των ελλήνων ηθοποιών του αμερικανικού κινηματογράφου που ήταν πιο μαζική από αυτή που εμφανίζεται σε διάφορα δημοσιεύματα. Ο Λυμπέρης έπαιξε σε πολλές ταινίες ως κομπάρσος και πρωταγωνιστής με τα ονόματα Άρθουρ Λιμπέρι, Οθέλος, Τομ Λιμπέρι, Ντι Λόρο.

 

Μήτσουρας και Πίκουλας: έλληνες σταρ

Η σημαντικότερη συμβολή του Λυμπέρη είναι η αποκάλυψη του μεγαλύτερου ίσως Έλληνα ηθοποιού την εποχή του βωβού κινηματογράφου, άγνωστου μέχρι σήμερα, του Δημητρίου Ιωάννου Μήτσουρα (γνωστός ως Demetrios Ι. Mitsoras), τον οποίο γνώρισε σε μεγάλη ηλικία. Με τριάντα δύο έως τώρα γνωστές συμμετοχές σε αμερικανικές ταινίες που γυρίστηκαν από το 1912 ώς το 1924 (έπαιξε πρωταγωνιστικούς και δεύτερους ρόλους), είναι ο πρώτος έλληνας επαγγελματίας ηθοποιός του κινηματογράφου.

Ο Μήτσουρας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1877, όπου έπαιζε κλαρίνο στη Φιλαρμονική και δούλεψε με πολλές ορχήστρες, αλλά συνέχισε ως τραγουδιστής. Το 1911 μετανάστευσε στην Αμερική και σύντομα έπαιξε στον κινηματογράφο. Η πρώτη ταινία στην οποία εμφανίζεται στο καστ των ηθοποιών ήταν Ο έμπορος της Βενετίας (1912), που βασίστηκε στο ομώνυμο έργο του Σαίξπηρ και σκηνοθετήθηκε από τον Λούσιους Χέντερσον. Περιέργως, δεν έκρυβε την καταγωγή του κι έτσι, στα διαφημιστικά των ταινιών, δίπλα στο όνομά του, υπήρχε σε παρένθεση η φράση «Ο Έλληνας ηθοποιός του κινηματογράφου». Ήταν δραστήριος την περίοδο 1913-1925. Για πολλά χρόνια ήταν εξαφανισμένος κι αυτό οφείλεται στον ερχομό του ομιλούντος. Επανεμφανίστηκε το 1953 στην ταινία Beneath the 12-Mile Reef  σε σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Γουέμπ, με σενάριο του ελληνοαρμενικής καταγωγής Άλμπερτ Ισαάκ Μπεζερίδη και θέμα τους έλληνες σφουγγαράδες του Τάρπον Σπρινγκς.

Επίσης, ο Λυμπέρης μας αποκαλύπτει πως πίσω από το ψευδώνυμο Λου Ντουέλο κρυβόταν ο Ηλίας Παυλόπουλος, γεννημένος στον Πύργο το 1899. Πρώτη ταινία στην οποία είχε σημαντικό ρόλο ήταν η Σενιορίτα (1927), ενώ εμφανίστηκε και στον Πολίτη Καίην του Όρσον Ουέλς (1941) – υποδύθηκε έναν άνδρα στην όπερα. Άλλος έλληνας ηθοποιός του σινεμά ήταν ο Δημήτρης Αλεξίου που εμφανιζόταν με το όνομα Demetrius/Dimitri Alexis. Υπάρχει ακόμα η Ελένη Βλαχάκη, γεννημένη στην Αμερική, με καταγωγή από τη Λακωνία, που έπαιζε με το ψευδώνυμο Τζόαν Βάλερι, ενώ ξεκίνησε ως Έλεν Βάλκις και συμμετείχε σε ταινίες του βωβού αλλά και του ομιλούντος κινηματογράφου.

Ανάλογους δρόμους είχαν πάρει και ο Γιώργος Ρήγας και ο αδελφός του Πέτρος, από τη Λακωνία. Ο πρώτος έπαιξε στην ταινία Το φως της αγάπης (1921), δίπλα στη Μαίρη Πίκφορφντ, ενώ εμφανίστηκε και σε ταινίες γουέστερν, στις Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς (1939) και στο Σημάδι του Ζορρό (1940) με τον Τάιρον Πάουερ. Ο δεύτερος συμμετείχε στις ταινίες Το κάλεσμα της άγριας φύσης (1926), Ακολουθώντας τον δολοφόνο (1932) και Τα δόντια της τίγρης (1943). Ομοειδείς επαγγελματικά Έλληνες ήταν ο Γιώργος Κουλούρης, ο Πάνος Ζαμπράκος, ο Θανάσης Φίλος, ο Γιάννης Καρβέλας, ο Γιώργος Κούνδουρος, ο Γιώργος Σταματογιάννης, ο Βασίλης Νικολόπουλος.

Ισάξιος του Μήτσουρα ήταν ο Ιωάννης Πίκουλας, που έγινε γνωστός ως Τζακ Πιρς. Ξεκίνησε ως μηχανικός προβολής και συνέχισε ως ηθοποιός, βοηθός σκηνοθέτη, βοηθός καμεραμάν, ωστόσο διέπρεψε ως μακιγιέρ –στον βιβλίο δημοσιεύεται μια φωτογραφία του στο μακιγιάζ του Μπόρις Καρλόφ, πρωταγωνιστή της ταινίας Φρανκενστάιν (1931).

Από τις γυναίκες ηθοποιούς είχε ξεχωρίσει η ελληνικής καταγωγής Ρίτα Καρίτα. Εμφανίστηκε σε ταινία το 1921 και σύντομα έπαιξε σε θεατρικά έργα στο Μπρόντγουέι ως χορεύτρια. Αργότερα γνωρίστηκε με τον σκηνοθέτη Σεσίλ ντε Μιλ και τo 1925 εμφανίστηκε σε δύο ταινίες του, Hells Highroad και The Road to Yesterday. Το πραγματικό της όνομα δεν έχει γίνει γνωστό, ενώ ως χορεύτρια ήταν γνωστή ως Ρίτα Άνταμς. Σύμφωνα με ένα περιοδικό, υπήρξε πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών και συγκέντρωνε πληροφορίες για τις δραστηριότητες των «μπολσεβίκων».

 

Ο Ξυδιάς κι ο Πανταζής

Εκτός από τους έλληνες ηθοποιούς που αναφέρει, ο Θεοδοσίου γράφει και για τους Έλληνες οι οποίοι μπήκαν στο χώρο του κινηματόγραφου ως επιχειρηματίες. Από το ξεκίνημά του, ο κινηματογράφος στις ΗΠΑ ήταν ελκυστικός ως διασκέδαση και ως θέαμα, οπότε έγινε προνομιακός χώρος επιχειρηματικής δράσης των κάθε εθνικότητας μεταναστών, οι οποίοι αναζητούσαν ευκαιρίες. Φαίνεται, προσθέτει, πως οι Έλληνες ήταν η εθνοτική ομάδα που μπήκε πιο μαζικά από τις υπόλοιπες σε αυτή την περιπέτεια. Στο βιβλίο του Τέρι Ράμσεϊ, Ένα εκατομμύριο και μια νύχτες, μια ιστορία της κινούμενης εικόνας (1926), το επισημαίνει:    

Μια πρόχειρη έρευνα πριν από έξι χρόνια βρήκε έλληνες ιδιοκτήτες 1.400 θεάτρων σε σύνολο περίπου δεκατεσσάρων χιλιάδων. Οι Έλληνες μπήκαν στο χώρο τις πρώιμες ημέρες των κινηματογραφικών αιθουσών, κυρίως με μικρές, λιανικές επιχειρήσεις, στις συνοικίες των ξένων και στις εργατικές συνοικίες, πιο συχνά κατά μήκος των ανατολικών ακτών.

Οι περισσότεροι από αυτούς τους επιχειρηματίες, προτού μπουν στην περιπέτεια του κινηματογράφου, είχαν μια εμπορική δραστηριότητα στο χώρο των εστιατορίων ή είχαν μικρά μαγαζιά: μπακάλικα, μανάβικα, καταστήματα ζαχαρωτών. Βλέποντας την απήχηση του κινηματογράφου στα λαϊκά στρώματα, αποφάσισαν να στραφούν σε αυτόν ανοίγοντας αίθουσες δίπλα στο μαγαζί τους.

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις τέτοιων επιχειρηματιών ήταν ο Αναστάσιος Νοτόπουλος από την Τρίπολη, ο Κώστας Κερασιώτης, ο Θωμάς Αλεξόπουλος από τις Μυκήνες, ο Λούης Μαρίνος. Στο ξεκίνημά τους, οι περισσότεροι από αυτούς λειτουργούσαν μόνοι τους τις κινηματογραφικές αίθουσες, και ήταν διαχειριστές, ταμίες, ταξιθέτες, ενίοτε μηχανικοί προβολής, αλλά και μεταφορείς των ταινιών.

Πολλοί Έλληνες τόλμησαν να επεκταθούν και στο χώρο της παραγωγής. Ο Αλέξανδρος Σταθόπουλος ήταν ο πρώτος από αυτούς, ακολούθησε ο Αντώνιος Ξυδιάς, ο οποίος το 1922 άρχισε την παραγωγή ταινιών και ειδικεύτηκε σε ταινίες γουέστερν χαμηλού προϋπολογισμού, ενώ το 1929 μπήκε δυναμικά στο χώρο του ομιλούντος κινηματογράφου. Άλλος παραγωγός ήταν ο Πήτερ Κανέλλος. Το 1921 εμφανίστηκε η πρώτη ελληνική ταινία στις ΗΠΑ με τίτλο Οι εκδικηταί, ενώ το 1928 παίχτηκε η ταινία Πυγμαλίων και Γαλάτεια ή Το όνειρο του γλύπτου.

Ο Ξυδιάς έχει μείνει στην αφάνεια, ενώ ήταν σημαντικός παραγωγός του Χόλιγουντ, ιδιαίτερα την περίοδο του βωβού κινηματογράφου. Ωστόσο, οι ειδικοί θεωρούν σπουδαιότερο έλληνα παραγωγό του Χόλιγουντ τον Σπύρο Σκούρα, ο οποίος όμως δεν ήταν παραγωγός αλλά διευθυντής, δηλαδή υπάλληλος, της μεγάλης εταιρείας 20th Century Fox. O Ξυδιάς γεννήθηκε στην Τήνο, μετανάστευσε στην Αμερική κι έγινε λουστράκος στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Το 1906 αγόρασε τον πρώτο του κινηματoγράφο και το 1921 στράφηκε στην παραγωγή ταινιών.

Οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου Οι Έλληνες στο Χόλιγουντ είναι αφιερωμένες σε άλλον σπουδαίο έλληνα παραγωγό, τον Αλέξανδρο Πανταζή (1876-1936). Ο Νίκος Θεοδοσίου αρχίζει τα κείμενό του με την είδηση πως, στις 4 Ιουνίου 1930, σύσσωμο το Χόλιγουντ ετοιμαζόταν να πάρει μέρος στα εγκαίνια της πιο λαμπρής κινηματογραφικής αίθουσας στον κόσμο, του Pantazes Theatre. Είχε 2.800 θέσεις και σχεδιάστηκε για να προσφέρει την καλύτερη άνεση των θεατών, διαθέτοντας το 40 % του χώρου της στα φουαγιέ, στα σαλόνια, στα καπνιστήρια και στην ανάπαυση. Από το 1949 έως το 1959 φιλοξένησε τις τελετές απονομής των βραβείων  Όσκαρ της Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Ο Πανταζής γεννήθηκε στην Άνδρο, έφυγε από το νησί του για να μπαρκάρει με ένα καράβι, ξεμπαρκάρισε στον Παναμά, πήγε στην Αμερική. Εκεί έγινε παλαιστής, ασχολήθηκε με ένα εστιατόριο στο Σαν Φρανσίσκο, πήγε χρυσοθήρας στην Αλάσκα και το 1902 εγκαταστάθηκε στο Σιάτλ. Στην πόλη άνοιξε το θέατρο Crystal Theatre, ενώ το 1910 είχε ένα τεράστιο δίκτυο με 27 θέατρα. Αργότερα, μπήκε στο χώρο του κινηματογράφου. Ένας από τους σημαντικότερους δημιουργός, ο Γουόλτ Ντίσνεϊ, όταν έστησε το πρώτο του στούντιο για την παραγωγή κινούμενων σχεδίων, είχε ζητήσει τη συνεργασία του Πανταζή. Η καριέρα του όμως τερματίστηκε άδοξα το 1929, όταν κατηγορήθηκε ότι βίασε μια 17χρονη χορεύτρια η οποία πήγε να του ζητήσει δουλειά. Συνελήφθη, δικάστηκε, καταδικάστηκε και φυλακίστηκε, αλλά στη δεύτερη δίκη αθωώθηκε. Γράφτηκε ότι πίσω από τη συνωμοσία εναντίον του ήταν ο Τζο Κέννεντυ, ο ιδρυτής της γνωστής πολιτικής δυναστείας, μέτοχος του δικτύου αιθουσών RKO,  ο οποίος δρούσε ανταγωνιστικά προς τον Πανταζή.

Να σημειώσουμε πως οι πρώτες ομιλούσες ελληνικές ταινίες που γυρίστηκαν στην Αμερική ήταν η Γροθιά του σακάτη (1930) σε σκηνοθεσία του Ουίλιαμ Σάλζμαν και Αυτή είναι η ζωή (1931) που τη σκηνοθέτησε ο Τζέιμς Βίνσεντ. Το αξιοσημείωτο είναι το ότι το σενάριο και στις δύο αυτές ταινίες το έγραψε ο Ορφέας Καραβίας, από τους πρώτους έλληνες που έγραψαν αστυνομικά μυθιστορήματα. Ο Καραβίας δημοσίευσε, το 1932, στο αθηναϊκό περιοδικό Εβδομάς, μια σειρά διηγήματα, πότε ως «Ορφ. Β. Καρ.» και πότε ως «Φέλιξ Καρ», με χώρο δράσης τη Νέα Υόρκη. Στο περιοδικό Μυστήριον, εξάλλου, το 1935, δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημά του, Ο άνθρωπος με το ξύλινο χέρι, με ήρωα τον  ντετέκτιβ Μάρτιν Μπεγκ.

Ασφαλώς, το βιβλίο Οι Έλληνες στο Χόλιγουντ –η προσπάθεια των συντελεστών του υιοθετήθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού– έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς μας δίνει άγνωστες πληροφορίες για τους πρωτοπόρους ομογενείς που διέπρεψαν στον αμερικανικό κινηματογράφο την εποχή του βωβού.

Φίλιππος Φιλίππου

Συγγραφέας. Μεταξύ άλλων, έχει εκδώσει τα αστυνομικά μυθιστορήματα Κύκλος θανάτου (1987), Το χαμόγελο της Τζοκόντας (1988), Το μαύρο γεράκι (1996), Αντίο, Θεσσαλονίκη (1999), τη μελέτη Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας (1996) και πολλά άλλα, περισσότερα από είκοσι βιβλία. Πιο πρόσφατο, Ο κήπος με τις φράουλες (2020).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.