Μια από τις θετικές συνέπειες της συζήτησης μεταξύ κριτικών και μη, που μας απασχόλησε το καλοκαίρι, σχετικά με τη βράβευση της Τζένι Έρπενμπεκ με το Διεθνές βραβείο Booker για τον περίφημο Καιρό της (2021, στα ελληνικά 2024) είναι το ότι μεγάλο μέρος του κοινού αναζήτησε και (ξανα)διάβασε τα έργα της που κυκλοφορούν στα ελληνικά, όλα σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη από το πρωτότυπο – η δεύτερη σημαντικότερη, κατά τη γνώμη μου, είναι πως μερίδα του αναγνωστικού κοινού ενδιαφέρθηκε, έψαξε και διάβασε για τη ζωή στην πρώην Ανατολική Γερμανία και τις επιπτώσεις της συνένωσης των δύο τμημάτων της χώρας. Από τα επτά μεταφρασμένα έργα της Έρπενμπεκ (τέσσερα μυθιστορήματα, δύο νουβέλες και μια συλλογή διηγημάτων) αυτό με την πιο πρωτότυπη ίσως δομή είναι το μυθιστόρημά της με τίτλο Η συντέλεια του κόσμου (2012, στα ελληνικά 2017) που παραπέμπει στη γνωστή –τόσο στη χώρα της όσο και στη δική μας– φράση «Δεν ήρθε και η συντέλεια του κόσμου».
Στο πέμπτο της έργο, η ανατολικογερμανίδα συγγραφέας διηγείται την πορεία μιας γυναίκας στην Ευρώπη του 20ού αιώνα ή, ορθότερα, την ιστορία της Ευρώπης του 20ού αιώνα μέσα από τις πολλές και διαφορετικές εκδοχές της ζωής μιας γυναίκας. Η Έρπενμπεκ, που έχει σπουδάζει θέατρο και σκηνοθεσία μουσικού θεάτρου και έχει σκηνοθετήσει όπερες και μουσικοθεατρικές παραστάσεις, αξιοποιεί τη δομή ενός θεατρικού έργου, καθώς χωρίζει το μυθιστόρημα σε πέντε κεφάλαια (αριθμημένα «Βιβλία») και παρεμβάλλει μεταξύ τους τέσσερα σύντομα «Ιντερμέδια» που κάνουν τη μετάβαση από το ένα κεφάλαιο στο άλλο, από τη μια εκδοχή της ιστορίας στην άλλη. Η συγγραφέας παίζει με την ιδέα «τι θα γινόταν αν» και δεν ακολουθεί τις συνήθεις αφηγηματικές συμβάσεις στην εξιστόρηση της ζωής της ηρωίδας που γεννιέται στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και την ακολουθούμε από το βρεφικό λίκνο έως το τέλος των ημερών της: στο τέλος κάθε «βιβλίου» η ηρωίδα, το μικρό όνομα της οποίας δεν μαθαίνουμε ποτέ (είναι η μικρή, η συντρόφισσα Χ., η κυρία Χόφμαν), έρχεται αντιμέτωπη με τη σκληρή της μοίρα και πεθαίνει. Το κάθε «ιντερμέδιο», όμως, ανατρέπει το τέλος του προηγούμενου βιβλίου και μας εισάγει στην εκδοχή της ιστορίας που η ζωή της ηρωίδας συνεχίζεται ώς το τέλος περίπου του αιώνα, που η κυρία Χόφμαν διανύει την ένατη δεκαετία του βίου της. Βασικό μοτίβο του έργου είναι η διερεύνηση του κατά πόσο η τύχη, οι μικρές αποφάσεις και οι (θεωρητικά) ασήμαντες επιλογές που κάνουμε σε καθημερινή βάση έχουν ισχυρό, ενίοτε μοιραίο, αντίκτυπο στη ζωή μας. «Μήπως συμβαίνει το ίδιο και με την Ιστορία;», είναι αναπόφευκτο να διερωτηθεί ο αναγνώστης.
Όπως μας πληροφορεί ο Κυπριώτης στο επίμετρο του μεταφραστή που συνοδεύει την έκδοση, η κυκλοφορία του μυθιστορήματος το 2012 προκάλεσε μεγάλη αίσθηση και την αμέσως επόμενη χρονιά η συγγραφέας τιμήθηκε με τέσσερα ακόμη βραβεία (μεταξύ αυτών τα Foreign Fiction Prize και το Hans Fallada Prize) και έγινε μέλος της Γερμανικής Ακαδημίας Γλώσσας και Ποίησης. Εκτός από τη λογοτεχνική δεινότητα της Έρπενμπεκ, στα προτερήματα του έργου συγκαταλέγεται και η επιλογή να καλύψει το πανόραμα της ταραχώδους ιστορίας της Ευρώπης του 20ού αιώνα, συμπεριλαμβανομένου του αντισημιτισμού, του κομμουνισμού, του ισπανικού εμφυλίου, της ανόδου και της πτώσης του Τρίτου Ράιχ. Το πρώτο κεφάλαιο ξεκινά με το θάνατο ενός μωρού στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων, στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο επόμενο κεφάλαιο, το ίδιο κορίτσι έχει επιζήσει και μεγαλώνει στη μεσοπολεμική Βιέννη, αλλά μια συμφωνία την οδηγεί σε δεύτερο θάνατο. Στο επόμενο σενάριο, μετακομίζει στη σταλινική Μόσχα με το σύζυγό της. Και οι δύο είναι αφοσιωμένοι κομμουνιστές, ωστόσο η ηρωίδα μας καταλήγει σε ένα στρατόπεδο εργασίας. Η μοίρα της όμως δεν τελειώνει εκεί, την ξανασυναντάμε στο Βερολίνο τόσο πριν όσο και μετά την πτώση του Τείχους και την επανένωση της πατρίδας της. Σκηνοθετώντας πέντε διαφορετικές εκδοχές του τέλους της ηρωίδας της και πέντε εναλλακτικές εκδοχές του βίου αυτού του τέκνου μιας Εβραίας και ενός Χριστιανού, η Έρπενμπεκ της επιτρέπει έτσι να γνωρίσει ανθρώπους, γεγονότα, τόπους, καταστάσεις και συνθήκες όπως πείνα, διώξεις, ανακρίσεις και εκτελέσεις, ερωτικούς συντρόφους, όνειρα και απογοητεύσεις για τα οποία δεν θα έφτανε μία μόνο ζωή.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Έρπενμπεκ εμβαθύνει σε θεματικές όπως η ιστορική μνήμη, η απώλεια και το πέρασμα του χρόνου, η μεταμόρφωση και η αέναη εξέλιξη, το τυχαίο και το αναπόφευκτο. Λίγο-πολύ, τα θέματα αυτά εντοπίζονται στα περισσότερα, αν όχι σε όλα τα έργα της. Η μνήμη και η Ιστορία τοποθετούνται και εδώ σε πρώτο πλάνο: το μυθιστόρημα εξετάζει την αλληλεπίδραση μεταξύ της προσωπικής μνήμης και της συλλογικής ιστορίας, δείχνοντας πώς οι ατομικές ζωές καθορίζονται από τις ευρύτερες ιστορικές δυνάμεις. Αυτά τα διαφορετικά μονοπάτια που ακολουθεί η κεντρική ηρωίδα σε διαφορετικές συνθήκες και περιβάλλοντα εξηγούν πώς τα προσωπικά και κυρίως τα ιστορικά πλαίσια διαμορφώνουν διαφορετικές ταυτότητες. Άλλωστε, Η συντέλεια του κόσμου, παρότι δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, είναι ώς ένα βαθμό προϊόν της έρευνας αρχείου που έχει εκπονήσει η συγγραφέας, ενώ άντλησε στοιχεία και από τη ζωή της γιαγιάς της, όπως επισημαίνεται στο επίμετρο του μεταφραστή και δήλωσε η ίδια η συγγραφέας σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2018 στη Μαριαλένα Σπυροπούλου:[i]
Ουσιαστικά εμπνεύστηκα από τους τόπους που έζησε η γιαγιά μου, αλλά μέσα εκεί τοποθέτησα το δικό μου υλικό, που αφορά το πώς διαχειρίστηκα όλα αυτά τα χρόνια την απώλεια, το πένθος και τη θλίψη.
Στο περισσότερο φιλοσοφημένο μέχρι στιγμής έργο της, τη συγγραφέα ενδιαφέρει, επίσης, ιδιαίτερα το ζήτημα ταυτότητας και δόμησης του Εαυτού, δηλαδή το πώς κατασκευάζεται και αναδομείται η ταυτότητα μέσα από τα διάφορα στάδια που περνάμε και τις εμπειρίες της ζωής. Επιπλέον, την ενδιαφέρει η μοίρα, το νομοτελειακό και η ελευθερία της βούλησης, καθώς αμφισβητεί έντονα το κατά πόσο τα άτομα μπορούν να διαμορφώσουν αυτά το πεπρωμένο τους παρά την επίδραση των εξωτερικών συνθηκών. Τέλος, αγγίζει το ζήτημα της θνητότητας και της επιβίωσης, εστιάζοντας στο πώς τα διαφορετικά σενάρια της πορείας ζωής της κεντρικής ηρωίδας αναδεικνύουν την ευθραυστότητα της ζωής και τον αυθαίρετο χαρακτήρα της επιβίωσης.
Ο κόσμος όπως τον ξέραμε
Τα ζητήματα αυτά, σε συνδυασμό με τη σύνδεση με τον τόπο, είχαν απασχολήσει τη συγγραφέα και στη Δοκιμασία που πρωτοεκδόθηκε το 2008 και μεταφράστηκε στη γλώσσα μας περισσότερα από δέκα χρόνια μετά (2021). Το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί επίσης ένα χρονικό, ένα πανόραμα του περασμένου αιώνα, με όχημα όχι τις εναλλακτικές εκδοχές της ζωής μιας γυναίκας, αλλά τις ιστορίες των ενοίκων ενός σπιτιού σε μια λίμνη του Βραδεμβούργου, νοτιοανατολικά του Βερολίνου. Σε αυτό το ιδιόμορφο βιβλίο, ο πιο αξιομνημόνευτος ήρωας είναι ο Κηπουρός, με τα κεφάλαια που φέρουν το όνομά του να αποτελούν ιντερμέδια – η δομική αντιστοιχία μεταξύ των δυο βιβλίων είναι παραπάνω από εμφανής. Καθώς οι εποχές, οι στρατοί και οι ιδεολογίες έρχονται και παρέρχονται, με τον Κηπουρό να παραμένει σταθερά στη θέση του, να ποτίζει, να κλαδεύει, να φυτεύει και να ξαναφυτεύει καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα και μέσα από την ιστορία αυτού του σπιτιού (που παραπέμπει επίσης σε ένα σπίτι το οποίο ανήκε στην οικογένεια της γιαγιάς της), η Έρπενμπεκ χαρτογραφεί τις μεταμορφώσεις της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας και της ιστορίας της πατρίδας της· με δυο λόγια, η Δοκιμασία είναι ένα μείγμα αναστοχασμού επάνω σε αυτές και επάνω στη σχέση μονιμότητας και παροδικότητας.
Στη συνέχεια, αφήνοντας για λίγο την ιστορία ως ένα βαρυφορτωμένο πεδίο καταστροφών και ερειπίων, το 2015, όταν η μεταναστευτική κρίση και οι εισροές προσφύγων στην Ευρώπη, και δη στην πατρίδα της, βρίσκονταν στο απόγειό τους, η βαθιά ανθρωπίστρια συγγραφέας, που μεγάλωσε παίζοντας με μια αγαπημένη αφρικανική κούκλα, παραδίδει το πιο «επίκαιρο» βιβλίο της, τους Περαστικούς (2015, στα ελληνικά 2021). Εδώ το ύφος της Έρπενμπεκ αλλάζει, γίνεται πιο πεζό, λιγότερο θεατρικό και περισσότερο χαμηλόφωνο. Ακολουθούμε έναν ήρωα που μοιάζει σε σημεία με τον πατέρα της, τον Ρίτσαρντ, έναν χήρο συνταξιούχο ακαδημαϊκό που ανακαλύπτει τη δύναμη και την πληρότητα που χαρίζει η ενσυναίσθηση καθώς έρχεται κοντά σε μια ομάδα Αφρικανών αιτούντων άσυλο στη Γερμανία, προσπαθεί να τους στηρίξει και σιγά σιγά γίνεται αληθινός τους φίλος. Σε αυτό το βιβλίο της, το πιο πολεμικό απ’ όλα, η Έρπενμπεκ αφήνει σκόπιμα να διαφανεί πως η αίσθηση του μη ανήκειν, της αδικίας και η απογοήτευση από την κακή υποδοχή και μεταχείριση συνεχίζει να ταλανίζει ακόμη όχι μόνο τους σημερινούς μετανάστες αλλά και πολλούς Ανατολικογερμανούς.
Συνολικά, το στυλ γραφής της Έρπενμπεκ χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, κομψότητα και την ικανότητα να προκαλεί έντονες, εγκεφαλικές περισσότερο, αντιδράσεις στους αναγνώστες της, καθώς η γλώσσα της δεν εμφανίζει, κατά κανόνα, συναισθηματικές εξάρσεις. Η πρόζα της, σε όλα τα έργα της, διακρίνεται από την πολύ έξυπνη χρήση της γλώσσας και, σε αρκετά έργα, από τις συχνές εμφανίσεις της μητρικής της βερολινέζικης διαλέκτου και του σκωπτικού χιούμορ που απαντάται και στον προσωπικό της λόγο σε συνεντεύξεις και ομιλίες της. Βασικό χαρακτηριστικό της γραφής της είναι η οικονομία και η ακρίβεια της αφήγησης, ο απλός λόγος, το μινιμαλιστικό, σκανδιναβικού τύπου, ύφος και οι ανάλογοι διάλογοι, η υποφώσκουσα εσωτερική ένταση, το στοχαστικό βάθος, η ποιητική ευαισθησία και λεπτότητα, οι νότες νοσταλγίας για όσα έχει οριστικά απωλέσει. Άλλωστε, «ο κόσμος όπως τον ξέραμε» για την Έρπενμπεκ τελείωσε νωρίς, στα είκοσι δύο της χρόνια, και δυνατότητα επιστροφής σε αυτόν δεν υπάρχει. Εκείνη την κοσμοϊστορική για την Ευρώπη ημέρα, τον Νοέμβριο του 1989 που έπεσε το Τείχος του Βερολίνου, η νεαρή Έρπενμπεκ δεν βγήκε στους δρόμους να πανηγυρίσει αλλά επέστρεψε στο σπίτι και στο κρεβάτι της: μια αμφιθυμία την είχε καταβάλει μπροστά στην απώλεια της οικείας πραγματικότητας. Η διαχείριση αυτής της απώλειας για τη συγγραφέα έγινε και μέσα από τη συγγραφή και, σε συνδυασμό με τον όχι και τόσο υπόγειο ρατσισμό που ως Ανατολικογερμανίδα βίωσε από τους Δυτικογερμανούς, αποτυπώνεται σε πολλά από τα κείμενά της.
Η λογοτεχνική καριέρα της Έρπενμπεκ ξεκίνησε δυναμικά λίγο πριν από τη στροφή του αιώνα: το 1999 εκδόθηκε το πρώτο της έργο, η νουβέλα Ιστορία του γερασμένου παιδιού (στα ελληνικά 2004 από τις εκδόσεις Ίνδικτος και 2020 από τις εκδόσεις Καστανιώτη). Χάρη στο ιδιότυπο αφηγηματικό της ύφος και στο ότι η νουβέλα συνιστά μια προσεκτικά σχεδιασμένη και προκλητικά ευφυή παραβολή, η Έρπενμπεκ κέρδισε την άμεση αναγνώριση των λογοτεχνικών κύκλων. Ακολούθησε η ενδιαφέρουσα υφολογικά συλλογή Σκύβαλα (2001, στα ελληνικά 2006) που περιλαμβάνει δέκα εγκεφαλικά διηγήματα στα οποία η φωνή κάθε ήρωα «δανείζεται» λίγο από τη φωνή της ίδιας της συγγραφέως. Στο τρίτο έργο της, τη νουβέλα Παιχνίδι με τις λέξεις (2004, στα ελληνικά 2008), η Έρπενμπεκ δημιουργεί έναν αντιθετικό χαρακτήρα. Παρακολουθούμε ένα φλύαρο κορίτσι που ζει καλά προστατευμένο σε μια νοτιοαμερικανική ολοκληρωτική πολιτεία, καθώς επαναλαμβάνει και προβληματίζεται αναφορικά με το περιεχόμενο των εκφράσεων των πλούσιων γονιών της, ενώ σταδιακά συνειδητοποιεί ότι ο έξω κόσμος είναι πολύ διαφορετικός απ’ αυτόν που μοιράζεται με τους οικείους της. Παρότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά φιλοτεχνημένο έργο που σε σημεία φέρνει στο νου το λογοτεχνικό σύμπαν του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και του Δανού Πίτερ Χιγκ (Peter Høeg), είναι το έργο που στην πατρίδα της, σε αντίθεση με το εξωτερικό, σημείωσε τις χαμηλότερες πωλήσεις. Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται στο κρυπτικό και αποπροσανατολιστικό ύφος, που όμως προετοιμάζει αριστοτεχνικά τον αναγνώστη για την ανατροπή η οποία πραγματοποιείται προς το τέλος της ιστορίας.
Έκτοτε η Έρπενμπεκ πέρασε στη μεγαλύτερη φόρμα και όλα τα επόμενα έργα της, με εξαίρεση τα δυο μη λογοτεχνικά, είναι μυθιστορήματα.
Μια συνειδητοποιημένη (ν)οσταλγός
Σε μια από τις δύο, αμετάφραστες στα ελληνικά, συλλογές κειμένων της δοκιμιακού χαρακτήρα, η οποία φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο Πράγματα που εξαφανίζονται (Dinge, Die Verschwinden, 2009)[ii], η Έρπενμπεκ με ύφος νοσταλγικό και μελαγχολικό ασχολείται με το προσφιλές της θέμα της απώλειας. Αντικείμενα όπως τα Tropffänger (συλλέκτες σταγόνων από το χείλος της καφετιέρας ή της τσαγιέρας), αρχιτεκτονήματα όπως το «Παλάτι της Δημοκρατίας» στο (Ανατολικό) Βερολίνο, άνθρωποι όπως η γιαγιά της και συνήθειες όπως η ανταλλαγή χριστουγεννιάτικων δώρων μεταξύ φίλων εξαφανίζονται σε ιστορίες που αποτελούν βινιέτες-χαμηλόφωνους θρήνους ενός παρελθόντος το οποίο για τη συγγραφέα κράτησε πολύ λίγο.
Σήμερα, η πολυβραβευμένη συγγραφέας οδεύει προς τα 60 της χρόνια και, παρότι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της το έζησε μετά την Πτώση του Τείχους, εκείνη η «χαμένη» ζωή φαίνεται πως την έχει στιγματίσει και είναι παρούσα, σε πρώτο ή σε δεύτερο ρόλο, σε κάθε έργο της. Είναι σχεδόν βέβαιο πως ο αναγνώστης που βλέπει αυτή την Ostalgie (τη νοσταλγία για τη ζωή στην Πρώην Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας) να επανέρχεται ως λάιτ μοτίφ σε όλα τα κείμενά της θα αναρωτηθεί για τους λόγους και τα κίνητρα που κάνουν την Έρπενμπεκ να επιστρέφει εκεί. Ενδεχομένως, προγραμματικά (αν και σε καμιά περίπτωση δεν θα λέγαμε στρατευμένα) ή υποσυνείδητα, να επιχειρεί να αιτιολογήσει την ύπαρξη του κράτους στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε, είτε γιατί έχει εξιδανικεύσει, όπως τόσοι συγγραφείς και μη, τη νιότη της είτε γιατί, όπως και η ίδια παραδέχεται, μεγάλωσε σε συνθήκες προνομιούχες. Οι γονείς της ήταν άνθρωποι των γραμμάτων, διανοούμενοι και μέλη του Κόμματος, ενώ η γιαγιά και ο παππούς της ήταν συγγραφείς που συνέβαλαν στη συγκρότηση της Σοσιαλιστικής Γερμανικής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με την ίδια τη συγγραφέα, βέβαια, τα προνόμια που απολάμβανε κατά την παιδική και εφηβική της ηλικία δεν σχετίζονταν τόσο με τη θέση της οικογένειάς της και τις διευκολύνσεις που μπόρεσαν να της εξασφαλίσουν μέσω της πρόσβασης (μεγαλύτερης από τον μέσο Ανατολικογερμανό πολίτη) που είχαν στους κατέχοντες την εξουσία, αλλά κυρίως με τις σχέσεις μεταξύ των οικείων της και με όσα διδάχθηκε στο οικογενειακό της περιβάλλον.
Σε καμία βέβαια περίπτωση η Ostalgie της Έρπενμπεκ δεν είναι μια νοσταλγία τυφλή· δεν έχουμε να κάνουμε με μια νοσταλγό με παρωπίδες ενός αποτυχημένου κατά την εφαρμογή του συστήματος. Αντιθέτως, η συγγραφέας αναγνωρίζει τις ελλείψεις του συστήματος στο οποίο γαλουχήθηκε και επιλέγει να εστιάσει στα θετικά του στοιχεία, γιατί η μια και μοναδική εικόνα μιας «κακής» Ανατολικής Γερμανίας τής είναι ξένη. Σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη, για την Έρπενμπεκ το να μεγαλώνεις από την «ανελεύθερη» πλευρά του Τείχους είχε εμφανή πλεονεκτήματα. Εξ αυτών, το σημαντικότερο ήταν η έμφαση και η πρόσβαση που μπορούσαν να έχουν όλοι σε μια υψηλού επιπέδου παιδεία και πολιτιστική ζωή, καθώς και η (αναγκαστική εκ των συνθηκών) μη κατασπατάληση φαιάς ουσίας σε «επουσιώδη» διλήμματα που απασχολούν τον πολίτη ενός καπιταλιστικού συστήματος, όπως π.χ. η επιλογή του καλύτερου, μεταξύ πολλών εταιρειών, απορρυπαντικού. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, το ότι μετά την Πτώση του Τείχους «τα χρήματα έγιναν κάτι για το οποίο πρέπει να ανησυχούμε και να μιλάμε γι’ αυτό (!) ήταν κάτι εντελώς νέο για εμάς».[iii] Δεν μιλούσαμε τόσο για τα χρήματα, έχει επισημάνει σε πολλές περιστάσεις η Έρπενμπεκ, αλλά για θέματα όπως η Τέχνη και οι Ιδέες: στη ζωή στη Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας «υπήρχε λιγότερο άγχος. Η τέχνη είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία. Θα αναμέναμε [να εκδοθούν] βιβλία, θα συζητούσαμε για θεατρικές παραστάσεις».[iv] Η πλούσια και πρώιμη έκθεσή της σε διάφορες μορφές τέχνης και η συναναστροφή με βαθιά σκεπτόμενους ανθρώπους φαίνεται πως επηρέασαν σημαντικά την προσωπική και συγγραφική της εξέλιξη, ενώ ένα επιπλέον πνευματικό εφόδιο που απέκτησε κατά τα νεανικά της χρόνια ήταν η αμφισβήτηση και ο σκεπτικισμός για τις προθέσεις του συστήματος: κατά την Έρπενμπεκ, τόσο η ίδια όσο και μεγάλο μέρος των συμπολιτών της στην Ανατολική Γερμανία δεν δέχονταν άκριτα όσα τους «σερβίρονταν από την κυβέρνηση», δίχως να χάνουν όμως την πίστη τους στα σοσιαλιστικά ιδεώδη. Κάθε άλλο παρά τυχαίες φαίνεται πως είναι, επομένως, οι ομοιότητες (ηλικία, υπόβαθρο, σπουδές στο θέατρο) της ίδιας της Έρπενμπεκ με την ηρωίδα του τελευταίου της βιβλίου.
Η πορεία της Καταρίνα, της κεντρικής ηρωίδας του Καιρού, και η ερωτική της σχέση με τον Χανς, έναν κατά πολύ μεγαλύτερό της άντρα, τα τελευταία χρόνια πριν από την Επανένωση της Γερμανίας, που περνά από τα στάδια της άνευ όρων παράδοσης, της χειραγώγησης, της προδοσίας και της λύτρωσης, αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τον οδυνηρό προβληματισμό και τη σύγχυση της γενιάς της Έρπενμπεκ. Είναι η γενιά που ενηλικιώθηκε μια εποχή μεγάλων αλλαγών, πάλεψε με την κατάρρευση του ιδεολογικού της κόσμου και εναπέθεσε τις ελπίδες της στο «φιλελεύθερο μισό» της πατρίδας της, δίχως τελικά να βρει την ανταπόκριση που της άξιζε.
[i] «Τζέννυ Ερπενμπεκ: Υπάρχει πάντα μια άλλη αλήθεια» [συνέντευξη στη Μαριαλένα Σπυροπούλου], Καθημερινή
[ii] Το δεύτερο είναι το Kein Roman: Texte 1992 bis 2018 (2018) που κυκλοφόρησε στα αγγλικά ως Not a Novel: A Memoir in Pieces, σε μετάφραση Kurt Beals (Νέα Υόρκη: New Directions/Granta, 2020).
[iii] Lauren Oyler, «Jenny Erpenbeck Is Keeping Time», The New Yorker, 14/7/2021, <https://www.newyorker.com/culture/persons-of-interest/jenny-erpenbeck-is-keeping-time>. Βλ. και το σημείωμά μας, «Jenny Erpenbeck: ένα Βooker από το Ανατολικό Βερολίνο», The Books’ Journal 154 (Ιούνιος 2024), σ. 18-19.
[iv] Louisa Ermelino, «The Berlin Wall Falls in Jenny Erpenbeck's New Novel», Publisher Weekly 10/3/2023, <https://www.publishersweekly.com/pw/by-topic/columns-and-blogs/openbook/article/91728-the-berlin-wall-falls-in-jenny-erpenbeck-s-new-novel.html>.