Mολονότι είναι αλήθεια ότι ζούμε σε σκληρούς καιρούς, είναι επίσης αλήθεια πως βιώνουμε και εποχές θαυμάτων: έτσι τελειώνει ο πρώτος τόμος της Τριλογίας της Μνήμης του Σέρχιο Πιτόλ (Sergio Pitol). Και, ναι, είναι εποχές θαυμάτων αυτές που επιτρέπουν στον αναγνώστη να φεύγει, μαζί με έναν προικισμένο άνθρωπο της γραφής, με έναν ενθουσιώδη ταξιδευτή. Αλλά ναι, είναι και σκληροί οι καιροί, όπως σκληροί ήταν και οι περισσότεροι καιροί της ζωής του Πιτόλ. Και η αμφιβολία που σκιάζει πάντα το κείμενο και την ψυχή του συγγραφέα είναι και αμφιβολία του αναγνώστη. Γίνεται να ζήσει κανείς μέσα από τα βιβλία; Σε έναν κόσμο που αλλάζει, που γκρεμίζεται και πρέπει να ξαναχτιστεί, μπορεί ο διανοούμενος να κρύβεται στη σημειολογία της λογοτεχνίας; Μπορεί ο διανοούμενος να καθοδηγήσει, να διδάξει, να διαμορφώσει συνειδήσεις; Και ποια είναι τα εφόδια που θα τον κάνουν ικανό να έχει τέτοιο ρόλο; Κι «όταν ο κόσμος μας θα καίγεται, όταν τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται», θα είναι η λογοτεχνία εκεί να μας θυμίζει τις κατά Σαββόπουλο μέρες τις παλιές; Ακόμη και αν κάθε βιβλίο, κάθε γραπτή λέξη, ξεκινά από ένα ερέθισμα του πραγματικού κόσμου, από την ίδια την ιστορία, επιτρέπεται να ζούμε στον μικρόκοσμο του βιβλίου;
Επιβάλλεται. Για να επιβιώνουμε και να συνεχίζουμε.
Ταξίδια στον κόσμο
Ο Σέρχιο Πιτόλ ανήκει στην ομάδα των λόγιων Μεξικανών που άνοιξαν τους ορίζοντές τους μέσα από την εργασία στο διπλωματικό σώμα – μέλος μιας ομάδας που περηφανεύεται ακόμη για τον Οκτάβιο Πας αλλά και τον Κάρλος Φουέντες. Ταξίδεψε πολύ και, πριν από τη διπλωματική του σταδιοδρομία, έζησε σε πόλεις που αγάπησε (όπως η Ρώμη), σε πόλεις που μίσησε και μετά αγάπησε (όπως η Βαρκελώνη), σε πόλεις που αγάπησε σημεία τους (όπως το ξενοδοχείο Μπρίστολ στη Βαρσοβία), σε πόλεις που βυθίστηκε στο άρωμα και το χρώμα τους (όπως η Βενετία). Γνώρισε συγγραφείς από κοντά, γνώρισε ακόμη περισσότερους μέσα από τα βιβλία τους, και γνώρισε σε ακόμη πολύ περισσότερους ανθρώπους διαχρονικές αφηγήσεις μέσα από τις μεταφράσεις του. Έγραψε λιγότερο ο ίδιος, το Γαϊτανάκι του έρωτα υπήρξε το περισσότερο γνωστό του έργο πριν από την αυτοβιογραφική τριλογία και ο τρόπος και ο χρόνος όπου γεννήθηκε, ο πυρετός των λέξεων και των ιστοριών, περιγράφονται διεξοδικά και σαγηνευτικά σε ένα κεφάλαιο της Τέχνης της φυγής.
Τα ταξίδια μου είναι η βίωση του ορατού κόσμου, ενώ, αντίθετα, η ανάγνωση μου επέτρεπε να πραγματοποιώ εσωτερικά ταξίδια που δεν περιορίζονταν στο χώρο αλλά μου έδιναν τη δυνατότητα να κυκλοφορώ ελεύθερα και στο χρόνο.
Η φυγή για τον Πιτόλ δεν είναι μόνο ανάγκη απόδρασης, αλλά και μαθητεία. «Το άτομο, θα τολμήσω λοιπόν να πω, είναι τα βιβλία που έχει διαβάσει, οι πίνακες που έχει δει, η μουσική που έχει ακούσει και ξεχάσει, οι δρόμοι που έχει περπατήσει. Το άτομο είναι τα παιδικά του χρόνια, η οικογένειά του, κάποιοι φίλοι, λίγοι έρωτες, αρκετές απογοητεύσεις. Το άτομο είναι ό,τι έχει μείνει από ένα άθροισμα που το ακολούθησαν αναρίθμητες αφαιρέσεις», σημειώνει, σε ένα απόσπασμα καταδικασμένο να αναπαράγεται καταχρηστικά, ακόμη κι αν ο ίδιος ισχυρίζεται ότι, ουσιαστικά, μεταφέρει τα λόγια του Μπόρχες, ο οποίος έλεγε ότι «είμαστε όλο το παρελθόν, ο άνθρωποι που έχουμε δει να πεθαίνουν, τα βιβλία που μας έχουν κάνει καλύτερους». Αλλά ο Πιτόλ δεν τρέφει αυταπάτες συγγραφικού μεγαλείου. Ξέρει ότι συμβαδίζει με μια γενιά λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας θηριώδους έμπνευσης και παραγωγής – με κάποιους απ’ αυτούς μοιράζεται τον καθημερινό καφέ του όταν είναι στην πατρίδα και μετέχει της σοφίας τους, όπως π.χ. με τον Κάρλος Μονσιβάις.
Είναι όμως που αγαπά τη γραφή: το ιδεώδες της, σαν κουκκίδες ατάκτως εριμμένες, που κάποια απ’ αυτές διαστέλλεται και απλώνει πλοκάμια και συναντά άλλες για να πλαστούν οι μύθοι. Τον αφηγητή, ως Σίσυφο και Ίκαρο ταυτόχρονα, που αναζητά μια εφήμερη υποθετική απόλυτη αλήθεια. Το μυθιστόρημα που, «διά της ύπαρξής του και μόνο, αποτελεί σύμβολο ελευθερίας – εδώ τα πάντα είναι δυνατά, φτάνει να υπάρχουν τα εξής στοιχεία: μια γλώσσα ζωντανή και η ιδέα μιας φόρμας». Κι ας σπεύδει να προσθέσει αμέσως ότι τελικά και το μυθιστόρημα έχει όρια, του τα επιβάλλουν ο μυθιστορηματικός χρόνος και η ανάγκη εγγύτητας με την κοινωνία (το «μουρμουρητό της ζωής», που τόσο εύστοχα αναφέρει σε κάποιο άλλο σημείο). Ο Πιτόλ ζει για, και από, τη γραφή, όχι μόνο με οικονομικούς όρους (βιοποριζόμενος επί μακρόν ως μεταφραστής) αλλά και με υπαρξιακούς:
Είμαι όμως πεπεισμένος ότι ούτε καν η έλλειψη αναγνωστών δεν θα μπορέσει να αποθαρρύνει την ποίηση. Χωρίς αυτή την πεποίθηση η ζωή θα καταντούσε αβίωτη.
Ο Πιτόλ τέλος, γνωρίζει τη γραφή, το βάσανό της, την προέλευση και τον προορισμό της: στο κεφάλαιο «Η μαρκησία που δεν έστερξε να μείνει σπίτι» παίρνει μια απλή φράση («η μαρκησία βγήκε από το σπίτι της στις πέντε», γνωστή από αφορισμό του Πωλ Βαλερύ ότι μια τέτοια φράση είναι αφόρητα μπανάλ) και την πλάθει με χίλιους δυο τρόπους: πώς θα το έγραφε ο ένας διάσημος, τι θα υπονοούσε ο άλλος, ποια υπαρξιακά ή ερωτικά ή κοινωνικοπολιτικά μπορεί να πυροδοτούσε αυτή η απλή κίνηση, η απλή φράση. Για να καταλήξει βέβαια πως ακόμη και μια τέτοια, απλή, μα τόσο πολυσύνθετη φράση, πρέπει να έρθει ο Κορτάσαρ για να την κονιορτοποιήσει (αυτό δεν έκανε ο Κορτάσαρ γενικά άλλωστε; δεν κονιορτοποίησε σειρές «συγγραφέων» και Συγγραφέων πριν και μετά απ’ αυτόν;) λέγοντας, στα Βραβεία, «πού διάολο το έχω διαβάσει αυτό;» Μια φράση για τον Πιτόλ είναι γεγονός, είναι δήλωση, απόδραση, αφορισμός, εκκίνηση.
Ενίοτε η υπερβολική αυτή αγάπη γίνεται στρεβλωτική: βλέπει την πρώτη προσσελήνωση του ανθρώπου και απαξιωτικά την περιγράφει σαν αρκουδάκια, επειδή τα έχει διαβάσει και ακούσει όλα από τον Ιούλιο Βερν και τον Όρσον Γουέλς, επειδή τα έχουν φανταστεί άλλοι γι’ αυτόν, κι έχει κάνει μαζί τους ένα φανταστικό ταξίδι – βέβαια, μετά, αναγνωρίζει τον κίνδυνο να αποκτήσει αυτή τη στρεβλή κουλτούρα, την αυτάρεσκη, της αποστήθισης, ζώντας μόνο μέσα από την τέχνη. Αλλά είναι που αναζητά το κάλλος, κι αυτή η αναζήτηση είναι μεταδοτική στον αναγνώστη, τον παρακινεί να την ψάξει κάπου, οπουδήποτε, να νιώσει όπως εκείνος την πρώτη φορά που επισκέφτηκε το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (MoMA) στη Νέα Υόρκη, έντρομος από το εύρος της άγνοιάς του και κατενθουσιασμένος από τις πελώριες εκπλήξεις που του επιφύλασσε η προσπάθεια να την περιορίσει.
Ταξίδια με τα βιβλία
Είναι δεδομένο πως ο Πιτόλ θα σε πάρει ευκολότερα στο ταξίδι του αν μοιράζεστε κοινούς κωδικούς. Η βιβλιοφιλία του είναι τέτοια που είναι δύσκολο να μη βρεις κοινούς τέτοιους: όταν περιγράφει, για παράδειγμα, ότι το Κουτσό του Κορτάσαρ[1] ήταν «κανονική αποκάλυψη» ή ότι νιώθει ευλάβεια για το Πέδρο Πάραμο του Ρούλφο[2], ο γράφων αισθάνθηκε πως μοιράστηκε το βλέμμα του. Και αυτόματα γεννιέται η επιθυμία να διαβάσεις κι άλλα, κι άλλους, από όσα, ατέλειωτα, από όσους ατέλειωτους αναφέρει ο Πιτόλ. Υπάρχουν πολλά πρόσωπα στα οποία αφιερώνει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο. Κάποιες φορές απαιτεί από τον αναγνώστη υπερβολική μύηση: οι 30 σελίδες για το δεύτερο Εθνικό Επεισόδιο του Γκαλδός[3] μάς χάνουν, επειδή ίσως κι ο Γκαλδός ο ίδιος, σε σχέση με το εντός της χώρας του εκτόπισμα, εδώ παραμένει περιορισμένα διαβασμένος/μεταφρασμένος. Από την άλλη, το κεφάλαιο για τον Τσέχωφ είναι μια ακαδημαϊκή ανάλυση, μια θεωρητική λεπτολογία. Το κεφάλαιο για τον Τόμας Μαν, αντίθετα, είναι διαφωτιστικό για την εσωτερική αγωνία ενός λόγιου και τη σταδιακή μεταστροφή της πολιτικής του θέσης, αν και θα βοηθούσε μια πρότερη εγκυκλοπαιδική γνώση του βίου του Τόμας Μαν: ο Πιτόλ συχνά νιώθει δέος για λογοτεχνικά έργα και, στην προσπάθειά του να τα ερμηνεύσει, χάνεται κι ο ίδιος. Αλλ’ ως σεμνός άνθρωπος δεν ντρέπεται να αντιπαραβάλει τα όσα λέει με αντίστοιχες καίριες παρατηρήσεις του Μίλαν Κούντερα πάνω στον Τόμας Μαν.
Τα πρόσωπα το ατομικό κεφάλαιο των οποίων εξελίσσεται σε μια ολοκληρωτική ανατομία, με αποτέλεσμα να θέλεις να επιστρέψεις, ή να πρωτοσυναντήσεις, τον βίο και την παρακαταθήκη τους, είναι δύο.
Το πρώτο από τα πρόσωπα αυτά είναι ο Πολωνός Γέρζι Αντρεζιέφσκι (Jerzy Andrzejewski). Ο Πιτόλ τον συναντά τα χρόνια της Βαρσοβίας, όταν ήδη ο Αντρεζιέφσκι ήταν ένας απόκληρος από όλους: ο Τσέσλαβ Μίλος του είχε επιτεθεί με το πάθος ενός προδομένου αδερφού, οι Στάχτες και διαμάντια του Αντρέι Βάιντα έχουν καταγράψει τη βαθιά διορατική, απεγνωσμένη πολιτικοποίησή του, το κομμουνιστικό καθεστώς τον βλέπει ως έναν ενοχλητικό εκκεντρικό. Ο Πιτόλ βρίσκει τους κοινούς κώδικες, εν προκειμένω τον Τζόζεφ Κόνραντ, μοιράζεται τις συζητήσεις τους (σου δίνει κι άλλον έναν κώδικα, αναγνώστη, με τον σεβασμό για τον Μπρούνο Σουλτς), μεταφράζει τις Πύλες του παραδείσου[4] (και σε εξαναγκάζει να ψάξεις να βρεις το βιβλίο και να το διαβάσεις τώρα).
Το άλλο πρόσωπο είναι ο Χοσέ Βασκονσέλος. Ο άνθρωπος που τη μία μέρα συνωμοτούσε με τον Πάντσο Βίλα και την άλλη μελετούσε Πλωτίνο στη Νέα Υόρκη, ο συγγραφέας των αισθήσεων στον Κρεολό Οδυσσέα[5] (κι άλλο που πρέπει να διαβάσουμε, τώρα…), ο αναμορφωτής παιδείας και πολιτισμού σε μια λαμπρή πλην σύντομη μεξικανική περίοδο, ο εμμονικός ωστόσο στη συνέχεια κι ο άνθρωπος που συνδέθηκε με την αυτοκτονία της θρυλικής Αντονιέτα Ρίβας Μερκάδο. Η προσωπικότητα του Βασκονσέλος προκαλούσε στον Πιτόλ δέος και θλίψη για την εξέλιξή του. Κράτησε όμως από εκείνον «μια μαρτυρία ανυποταξίας, το παράδειγμα μιας ατομικότητας που αντιστάθηκε σε κάθε έξωθεν επιβεβλημένο κανόνα […], την υπέροχη πίστη ενός αποστόλου που αντίκρισε φευγαλέα τη σωτηρία μέσω του πνεύματος και μετέτρεψε το βιβλίο σε αγαπημένο του εργαλείο».
Το τελευταίο κεφάλαιο μάς μεταφέρει στην εξέγερση στην Τσιάπας και έρχεται να ολοκληρώσει τη σκόρπια, στο βιβλίο, έκφραση πολιτικής απόγνωσης για την κατάσταση της χώρας του, για τη μετατροπή των ηρώων σε τσιμεντένια αγάλματα ή σε πηγή ανούσιων αποφθεγμάτων, για τη δυστοπία της mega-πόλης που καταργεί κάθε κοινό τόπο, για τον πυρήνα οδύνης που τον αναγκάζει να φεύγει, για την έρημο φτήνιας. Πρόσωπο που τον γοητεύει, όχι ως πολιτικός ηγέτης αλλά ως λογοτεχνικός ήρωας, είναι ο υπολοχαγός Μάρκος. Η χώρα του παραμένει ένα βιβλίο που γράφεται, με τις σελίδες να σκοτεινιάζουν. Τα κεφάλαια φυγής όμως του Πιτόλ δεν σταματούν, η φούγκα του έχει κι άλλες νότες.
Η μετάφραση της Αγγελικής Βασιλάκου απελευθερώνει αυτή την πτήση των λέξεων του Πιτόλ και επιτρέπει να παρασυρθείς.
[1] Χούλιο Κορτάσαρ, Κουτσό, μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Opera, Aθήνα 2018.
[2] Χουάν Ρούλφο, Πέδρο Πάραμο, μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου, Πατάκη, Αθήνα 2012.
[3] Benito Pérez Galdós, Episodios Nacionales (46 ιστορικές νουβέλες), 5 τόμοι, Aguilar, Madrid 1974.
[4] Jerzy Andrzejewski, The Gates of Paradise, μετάφραση στα αγγλικά από τα πολωνικά: James Kirkup, Weidenfeld & Nicolson, London 1962.
[5] Jose Vasconcelos, Ulises Criollo, Trillas, 1960.